Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

                      15  ΜΑΪΟΥ   1976                                                       ΕΤΟΥΤΗ    ΤΗΝ  ΗΜΕΡΑ  ΕΔΙΑΛΕΞΕ  Ο  ΠΑΤΕΡΑΣ  ΜΟΥ  ΓΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ  ΤΟΝ ΕΠΙΓΕΙΟ ΒΙΟ ΤΟΥ  ΚΑΙ  ΝΑ  ΠΑΕΙ  ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ  ΕΠΗΓΕ  ΚΑΙ ΠΟΥ  ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ  ΘΑ
ΠΑΜΕ  ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ  ΟΛΟΙ  ΜΑΣ.
                                                                                                                                                                                          

                                                          ΗΛΙΑΣ   ΑΓΓ.  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


Εγεννήθη στο Ελληνικό το έτος 1897. Οι γονείς του Αγγελής και Κωνσταντίνα έζησαν μόνιμα στο χωριό κι εκεί μεγάλωσαν και τα παιδιά τους. Ο Ηλίας ορφάνεψε από πατέρα πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις οκτώ χρονών. Η ζωή ξαφνικά άλλαξε, έγινε σκληρή και πολύ δύσκολη για ένα παιδί. Με τη στήριξη της μητέρας του κατάφερε να μεγαλώσει, να ανδρωθεί και να μπει στον αγώνα της ζωής. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στο χωριό και μαθήτευσε στις μισές τάξεις του Σχολαρχείου, πηγαίνοντας στην Καρύταινα με τα πόδια.
   Σαν στρατιώτης υπηρέτησε συνολικά έξι χρόνια στη νεοσύστατη τότε μοίρα αεροπλάνων με την ιδιότητα του τηλεγραφητή. Αργότερα στο Μικρασιατικό πόλεμο έφθασε στα βάθη της Μικράς Ασίας και  επολέμησε   στο μέτωπο του Εσκί Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ. Επέστρεψε σώος και είχε πολλά να διηγείται από εκείνες τις εφιαλτικές μέρες και νύχτες της καταστροφής.
   Ήταν μαχητής της ζωής, υψηλός, λεβεντόκορμος, αξιοπρεπής και αυστηρός στις συνδιαλλαγές του. Συμμετείχε στα γλέντια, στις παρέες της κρασοκατάνυξης και στο λεβέντικο τσάμικο χορό ήταν πρώτος. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν το μεγάλο μουστάκι, το οποίο διατήρησε σε όλη του τη ζωή.
   Από πολύ μικρός βγήκε στον αγώνα για επιβίωση και εργάστηκε ως ξυλουργός, τσιμεντάς και υδραυλικός. Καλλιέργησε αδελφικές σχέσεις με τους ανταγωνιστές του Βασίλη Παπαβασιλόπουλο (Παπαργύρη) και Βασίλη Κόνιαρη (Μαραγκό).
Αναλάμβαναν δουλειές μαζί, και είχαν κοινό ταμείο. Είναι γνωστό ότι ο Βασίλης Κόνιαρης ( Μαραγκός) κατασκεύαζε φέρετρα. Σέ  αυτή τους τη συνεργασία , ο Ηλίας Ανδριανός δεν έπαιρνε αμοιβή λέγοντας αστειεύομενος , ότι έκανε στον νεκρό το τελευταίο κέρασμα.!!
   Παντρεύτηκε την Ευανθία Καλομοίρη και απέκτησε επτά παιδιά : τον Βαγγέλη, την Κωνσταντίνα, το Γιώργο, τον Αντώνη, τον Αλέξανδρο, το Λεωνίδα και την Ελένη. Πολλές φορές αναγκάστηκε να δουλέψει ως ξυλουργός και εκτός χωριού, όπως στη Μεσσηνία, καί στη Σπάρτη. Παρατηρητικός και πολύ προσεκτικός όπως ήταν κατασκεύασε εξ ολοκλήρου τρεις ξύλινες μηχανές: η μία έφτιαχνε μακαρόνια, η άλλη έγνεθε το μαλλί από τις τουλούπες και η τρίτη και σημαντικότερη έστριβε τριχιές. Εκείνη την εποχή υπήρχε μεγάλη ζήτηση, διότι οι τριχιές ήταν απαραίτητες για το φόρτωμα των ζώων. Μ΄ αυτόν τον τρόπο καλύφθηκαν οι ανάγκες και των γύρω χωριών. Η αμοιβή του ήταν κυρίως σε είδος, όπως σιτάρι και καλαμπόκι. Με χρήματα πλήρωναν ελάχιστοι. Δυστυχώς δεν διεσώθη καμμία από τις μηχανές αυτές, που σήμερα θα αποτελούσαν πολύτιμα εκθέματα σε κάποιο μουσείο λαϊκής τέχνης. 
   Ο Ηλίας λάτρευε την γεωργία και την δενδροκομία. Εφύτευσε πεντακόσιες ρίζες ελιές και εδημιούργησε ένα κυπαρισσώνα με πέντε χιλιάδες  κυπαρίσσια. Έγραφε και διατηρούσε προσωπικό ημερολόγιο των συμβάντων του χωριού, ακόμα και για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν. Εάν εσώζετο, θα είχε πολλές και πολύτιμες πληροφορίες να μας δώσει για την καθημερινή ζωή στο χωριό. Διάβαζε με πάθος την Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας και θαύμαζε τα κατορθώματα των προγόνων, εξ ων και τα ονόματα των δύο γιών του: Αλέξανδρος και Λεωνίδας.
   Διετέλεσε κατά περιόδους και επί πολλά χρόνια Πρόεδρος της κοινότητας Ελληνικού (από το Μεσοπόλεμο και μέχρι τη δεκαετία του ΄60). Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα εντός και εκτός του χωριού. Οριστικοποίησε τη θέση των δεκατεσσάρων βρυσών στις γειτονιές, οι οποίες τότε έβγαζαν νερό ασταμάτητα και κατασκεύασε και τις ανάλογες ποτίστρες για τα ζώα. Εφάρμοσε την υποχρεωτική προσωπική εργασία για την διαπλάτυνση δρόμων, πλατειών, για δενδροφύτευση και άλλες αναγκαίες εργασίες. Στους απόδημους και στους μη συμμετέχοντες χρέωσε ένα χρηματικό ποσό ως αντίτιμο. Οι αποφάσεις του αυτές δεν άρεσαν σε κάποιους και οι αντιδράσεις έφεραν μηνύσεις. Το Δικαστήριο της Δημητσάνας βεβαίως τον αθώωσε.
   Συνεργάστηκε με τον επικεφαλής λοχία της Μ.Ο.Μ.Α. (Μεικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκρότησης), υπηρεσίας που λειτουργούσε υπό την εποπτεία του ελληνικού στρατού. Διαπλάτυνε το κομμάτι του δρόμου έναντι του καφενείου (πρώην Βαρούτσα), παρανομώντας κατά κάποιον τρόπο και αναγκάζοντας τον ιδιοκτήτη (κάτοικο Δημητσάνας) να πάψει να αντιδρά και να δειχθεί επιτέλους την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για την διαπλάτυνση του χώρου αυτού, όπως τόν γνωρίζουμε σήμερα. Έτσι λοιπόν σταμάτησαν οριστικά οι διαμάχες, οι καυγάδες, οι μηνύσεις και το πήγαινε-έλα της αστυνομίας.
   Ίδρυσε το γεωργικό σύλλογο « Ο Άγιος Τρύφων », του οποίου και ορίστηκε πρόεδρος. Σκοπός του συλλόγου ήταν ο εφοδιασμός με γεωργικά είδη, καθώς και η συνεργασία με γεωπόνους και κτηνιάτρους. Φρόντισε να έρθει στο χωριό κλιμάκιο της Νομαρχίας που εμβολίασε πολλές αγριαχλαδιές και αγριελιές. Επί προεδρίας του αγοράστηκε μηχανή καθαρισμού του σιταριού. Υπερασπίστηκε την ασφάλεια των αγροτικών περιουσιών των συγχωριανών ερχόμενος σε σύγκρουση με τους απείθαρχους κτηνοτρόφους γειτονικών χωριών, έως που δέχτηκε και απειλές,γιά τήν σωματική του ακεραιότητα .
   Συμμετείχε ως μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου «Η Ζωοδόχος Πηγή», που συνεστήθη με αποκλειστικό σκοπό την ύδρευση της κοινότητας και την εσωτερική διανομή του δικτύου σε όλο το χωριό. Διετέλεσε πρόεδρος της επιτροπής ανέγερσης του Σχολικού Διδακτηρίου, με γραμματέα τον Βασίλειο Χ. Ταλούμη και ταμία τον Γεώργιο Δ. Τόμπρο. Αυτή η επιτροπή συστήθηκε τον Ιανουάριο του 1930 και το Σχολείο λειτούργησε τον Σεπτέμβριο του 1932. Έγινε μεγάλη προσπάθεια για να συγκεντρωθούν χρήματα: έρανοι, επιστολές στο υπουργείο Παιδείας, πιέσεις προς όλους, ακόμα και προσωπική εργασία για να ολοκληρωθεί το έργο. Με πενιχρά οικονομικά μέσα και κυρίως με τις εισφορές των συγχωριανών και των απανταχού συμπατριωτών κτίστηκε το σχολείο σε χρόνο ρεκόρ.
   Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, στην Ελλάδα επικρατούσε το χάος και εγκυμονούσε η απειλή του εμφύλιου σπαραγμού. Τότε εδημιούργησε μια άτυπη μυστική επιτροπή  στήν οποία εμύησε  τον ιερέα του χωριού πατέρα Γεώργιο Γαϊτανάκη, καί τόν Γεώργιο Κόνιαρη (Γκουβαλέτσο) .-- Η επιτροπή αυτή συνεδρίαζε – πάντα μυστικά - στην υπόγεια ταβέρνα του Ιωάννη Χ. Ταλούμη. Σκοπός της επιτροπής ήταν να προτρέψει τον κόσμο τού χωριού  να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να αποφύγει αντιπαλότητες που θα οδηγούσαν σε ακραίες καταστάσεις. Αργότερα στην επιτροπή προσχώρησαν μυηθέντα , και άλλα μέλη που συνετέλεσαν αποφασιστικά και προς τιμήν τους στην προσπάθεια αυτή. καί  ετσι στό χωριό μας δέν υπήρξαν  εμφύλιες διαμάχες !! Κατά της διάρκεια της ανώμαλης αυτής κατάστασης ο Ηλίας Ανδριανός έκρυψε σε άγνωστο μέρος το αρχείο της Κοινότητας για να το διασώσει, οπως  καί εγινε!! Μοναδικός γνώστης ήταν ο φίλος του, ο Δημήτριος Σπηλιόπουλος.
   Την ίδια εποχή υπήρξε κάποια διάταξη νόμου διά της οποίας όσοι γονείς είχαν παιδιά που υπηρετούσαν στον Εθνικό Στρατό δικαιούνταν βοήθημα που χορηγούσε το Δημόσιο Ταμείο Μεγαλοπόλεως μετά από βεβαίωση του προέδρου της κάθε κοινότητας. Τέτοιες περιπτώσεις το χωριό είχε πολλές. Αλλά ποιος πρόεδρος θα υπέγραφε μια τέτοια βεβαίωση αφού «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα»; Οι δικαιούχοι κυρίως χήρες φτωχές γυναίκες άρχισαν να πιέζουν τον πρόεδρο για να τους χορηγήσει την πολυπόθητη βεβαίωση, ο οποίος και τελικά ενέδωσε. Το μυστικό διέρευσε στό Δημοκρατικό Στρατό και η πράξη αυτή θεωρήθηκε συνεργασία με τον εχθρό. Έτσι λοιπόν στις 28/11/1948 τρεις ένοπλοι τον συνέλαβαν μέσα στο καφενείο του Βασίλη Κόνιαρη (Μαλέα) και τον οδήγησαν πεζό στο αρχηγείο τους, στο χωριό Γλανιτσά (σημερινή Αμυγδαλιά) της Γορτυνίας πρός εκτέλεση. Η κράτησή του έγινε στο Δημοτικό σχολείο δίχως επαρκή σίτιση και χωρίς θέρμανση επί δύο μήνες. Ο χειμώνας του 1948 ήταν βαρύτατος και  οι κρατούμενοι κοιμούνταν πάνω στα θρανία χωρίς σκεπάσματα. Η αλληλεγγύη των χωριανών μας όμως λειτούρησε καταλυτικά, συγκεντρώθηκαν υπογραφές από όλους καί με την ιδιαίτερη φροντίδα του Αριστοτέλη Κόνιαρη, ελευθερώθηκε και επέστρεψε πεζός στό σπίτι του, σε κακή σωματική και ψυχική κατάσταση. Με την αδιάλειπτη και πολυσχιδή παρουσία και συνεισφορά του στα κοινά ο Ηλίας Ανδριανός παραμένει στη μνήμη μας άξιος και αξιομνημόνευτος πατριώτης.
   Απεβίωσε στο χωριό στις 15 Μαΐου 1976 σε ηλικία 79  ετών                               
                                                         
                                           ΔΗΜΗΤΡΑ  Γ.   ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

=========================================================================


                     Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΗΣ Ο  ΓΙΩΡΓΑΤΣΕΑΣ

          Ποτέ  μου  δέν  τόν  ξέχασα,  πάντα  τόν  θυμάμαι . Αλλά  ετούτη  τήν  φορά , εχω  ενα  ακόμα  λόγο  γιά  νά  τόν  θυμηθώ .Δέν  γινότανε  λειτουργία  τού  Αϊ-Γιωργιού , χωρίς   τό   < μάσκουλο > τού  Γεωργατσέα .  Ειχα  τήν  τύχη  νά  γειτονεύουμε , καί  ετσι  τόν  γνώριζα  από  κοντά .  Καί  οταν  , κανα  μεσημέρι  τόν  ...παραζαλίζαμε  ,  μέ  τίς  φωνές  μας  καί  τά  πλατσουρίσματα  στήν  βρύση , θυμάμαι  τό  ...πρόγκηγμα  πού  μάς  εκανε , καί  ακόμα  τρέμουν  οι  < κλιτσινάρες >  μου.  Αγέρωχος ,  ολύμπιος  , επιβλητικός  τήν  οψη , κοκκέτης  στήν  εμφάνιση , πάντα  φρεσκοξυρισμένος , ιδιαίτερη  περιποίηση  στό  μουστάκι  μέ  μπόλικη...μαντέκα ,  μέ  τήν  φαρδειά  ρεμπούκλικα , τήν  σκαλιστή  αγκλίτσα στό  χέρι , καδένα  τού  ρολογιού  στό  τσεπάκι  τού  γιλέκου , αμέ  καί  φούντα ματζουράνας  η  βασιλικού  στό  πέτο  τού  σακκακιού  του.
                   Ροβόλαγε  πρός  τήν  αγορά , καί  παραμερίζαμε  μέσα  στίς  τσουκνίδες  γιά νά  περάσει  βαρύς-βαρύς. Αν   καί  αυστηρός  τήν  οψη , ψυχή  παιδιού, κομάτι  μάλαμα .Ο  μπάρμπας -Γιώργης !!   Τόν  θυμάμαι , μέ  πόση  αγάπη  καί  φροντίδα  χάϊδευε  τήν  πασχαλιά  του , μέ  πόση  λαχτάρα  τήν  περίμενε  νά  ανθίσει , νά  λουλουδιάσει , καί  οταν  εκείνη  φούντωνε  τά  μεγάλα  μώβ  μπουκέτα  της  , ο  μπάρμπα-Γιώργης --- γιά  τού  Αϊ-Γιωργιού μιλάω -- δέν  τήν  λυπότανε .  Εκοβε τά  ανθη  της  καί   φίλευε  ολους  τούς  συνονόματους  του , τούς  Γιώργηδες  ...τιμής  ενεκεν !!
          Χειροδύναμος καί  μπρατσομένος , εκοβε  τό  κούτσουρο  στόν  ωμο  από  τήν  Βερβίτσα  στό  χωριό , πού τό  ειχε  σά  παιχνίδι .Καί  εμείς  τόν χαζεύαμε  γιά  τήν  τόση  δύναμή  του  . Αλλά  καί  γιά  τίς  αναμνήσεις  του , καί  τίς  πολλές  ιστορίες  του  πού μάς  ελεγε  , γιά  τήν  Μάνη  , γιά  τήν  Μακεδονία , γιά  τόν Αλιάκμονα ,  γιά  τά  Καϊλάρια . Στρατιώτης  , μέ  τό  αλογο  καβάλα , λεβέντης  , καμαρωτός , περήφανος .  Νά  μήν  ξεχάσω  καί  τόν  μεγάλο  του  ερωτα  , τήν  Ακρόπολη , τόν  Ταρζάν ,  τόν Τσακιτζή , δέν  ειχε  χάσει  ουτε  μία  συνέχεια , μέχρι  καί  αρχειο  κράταγε !!
               Αλλά  καί  στήν  δουλειά  του,  ειχε  μοναδικότητα  . Τά  φουρνέλα  του  !!  Μέ  μοναδική  εμπειρία  εψαχνε  ,  εχάϊδευε  τήν  πέτρα  καί  τήν  σημάδευε  στήν  καρδιά  !  Καί  υστερα  μέ  τήν  βαρειά  καί  τό  λοστάρι  ,  πού  στά  επιδέξια  χέρια  του  εκελάϊδαγε , καί  δώστου-δώστου , ανοιγε  τήν  τρύπα  στόν  βράχο  , γιά  νά  τήν  γεμίσει  μέ  ... φυσούνα Δημητσανίτικο  μπαρούτι  .   Μέ  σταθερό , ψύχραιμο  χέρι  μπουρλοτιέρη , εβαζε  φωτιά  στό  φυτίλι  καί  απομακρυνόμενος   βροντοφώναζε ;  Βάρδα  φουρνέλο ,κρύψου   Κανέλω .
....!!! Τό  μπούμ  τού   φουρνέλου , τόν  ευρισκε  κρυμένο  πίσω  από  τήν  μάνδρα  ,  καί  οταν   ο  βράχος  γινότανε  θρύψαλα , ξεπρόβαλε ικανοποιημένος  γιά  νά  ψιθυρίσει  τήν  αγαπημένη  ατάκα  του  ::Ασταύρωτη , γαμώ  τό ...φελέκι  σου !!  Αλλά  τό  σουξέ  του ,ητανε  τό  μάσκουλο.  Οταν  ο  παππάς  αρχιζε  τό  ... τροπαιοφόρε  μεγαλομάρτυς  Γεώργιε  , ενα  μπούμ    ακουγότανε  , καί  μάς  ...εκοβε  τά  αιματα  σέ  μικρούς  καί  μεγάλους .  Ανακάτευότανε  τό  μπαρούτι ,μέ  τό  λιβάνι  καί  τόν  καπνό ,καί  ολοι  χαμογελάγανε , γιά  τό  εθιμο  πού  τηρούσε  κάθε  χρόνο  στήν  λειτουργία  στόν  Αϊ-Γιώργη .    Πού  εισαι  ,ξύπνα  καϋμένε   μπαρμπα- Γιώργη  Γεωργατσέα ,  νά  μάς  ρίξεις  κανένα  μάσκουλο , νά  μάς  ξυπνήσεις  νά  μάς  ταρακουνήσεις  λίγο , τώρα  πού  τά  ξεχάσαμε  καί  τά  ισοπεδόσαμε  ολα  ,  καί  νομίζουμε  οτι  ....προοδεύσαμε  !!!
                                                                                                                                                                    ΛΕΩΝΙΔΑΣ    Η . ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 
  ( πρωτοδημοσιεύτηκε  στήν  εφημερίδα  ΤΑ  ΝΕΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ τόν  Μάρτιο  τού  1992  )



==========================================================================





               Ο  ΜΠΑΡΜΠΑ-ΜΗΤΣΙΟΣ  ΚΑΙ  Ο  ΘΕΟΣ  ΗΦΑΙΣΤΟΣ
                Αρκετοί  ειναι η , ητανε οι  παλαιοί  τύποι τού  χωριού  μας  , πού  φεύγοντας  εσβησαν  τά  ιχνη  τους, επειδή  εμείς οι  απόγονοί  τους  δέν  φροντίσαμε  νά  τά  ζωντανέψουμε . Οι  νεκροί , πεθαίνουν  γιά πάντα , οταν  οι  απόγονοί  τους  τούς  ξεχάσουν .  Γιά  κάποιους  από  αυτούς , καί  κατά  καιρούς  προσπάθησα νά τούς.....αναστήσω , καί  τό  ιδιο  θά  κάνω  καί  τώρα !! Μέ  απόλυτο  σεβασμό  , αλλά  καί  ευλαβική  προσπάθεια , θά  παστρέψω  τόν  μπουχό  τής  λήθης , πού  εχει  κουκουλώσει  μέχρι  σήμερα  τήν  μνήμη  τού  μπαρμπα- Μήτσιου τού  Κόνιαρη .   Τόν  μπαρμπα - Μήτσιο , μού  τόν  ειχε  συστήσει  η  δασκάλα  μου  η  Νίκη στήν  δευτέρα η τρίτη -- ακριβώς θά  σάς  γελάσω -- τάξη  τού  δημοτικού  , οταν  αρχισε  νά  μάς  μιλάει  γιά  τούς  12  θεούς  τού  Ολύμπου.  Τόν θυμάμαι  εντονότερα  αυτόν  τόν  πατριώτη , γιατί  η  δασκάλα,  μάς  τόν  παρομοίαζε  -θυμάμαι - καί  μάς  ελεγε , οτι  εκανε  τήν  ιδια  ακριβώς  δουλειά,  πού  εκανε  καί  ο  θεός  Ηφαιστος .  Οργίασε  η  παιδική  μου  φαντασία , φούντωσε  η  περιέργειά  μου . καί  μέ  τό  σχόλασμα , βρέθηκα  νά  περιφέρομαι εξω  από  τό  σιδεράδικο  τού μπαρμπα- Μήτσιου , γιά νά  ειδώ  μέ  τά  μάτια  μου , τί  ακριβώς  εκανε  ο  θεός  Ηφαιστος  οπως  ελεγε  η  δασκάλα  μου !.
          Καί  οταν  κάποια  στιγμή  μέ  τό  ανοιγμα τής  πόρτας , κατάφερα νά  τρυπώσω  μέσα  στό  σιδεράδικο , εμεινα  εκπληκτος , καί  ετριψα  τά  μάτια  μου  , βλέποντας  τόν  Ηφαιστο - συγνώμη τόν  μπαρμπα- Μήτσιο - νά  παλεύει μέ  τήν  φωτιά , καί  τό σκληρό  σίδερο , νά  γίνεται  από  τά  επιδέξια  χέρια  του ενα μαλακό υλικό , καί  νά  διαμορφώνεται  οπως    εκείνος  ηθελε ,πού  γνώριζε  τά  μυστικά  του  καί  τίς  αδυναμίες  του .
              Μέ  ενα -δυό  τραβήγματα τής  κρεμασμένης  χειρολαβής τού  φυσερού  του , η μισοσβυσμένη  φωτιά  εκεί  στό  βάθος  τής  εστίας , νά  παίρνει  αγριες  διαθέσεις , καί  τό  σίδερο  νά ...λυώνει στήν αγκαλιά  της , γιά  νά  δεχθεί  στήν  συνέχεια  τά  ανηλέητα  καί  απανωτά  σφυροκοπήματα από  τήν  δυνατή  βαρειά  του , καί  νά  παίρνει  τήν  μορφή πού  ηθελε  ο  τεχνίτης. Εμεινα αποσβολομένος  από  τό  πρωτόγνωρο  θέαμα , καί  εκολακεύτηκα , οταν ο  μπαρμπα-Μήτσιος  , μαντεύοντας  τήν παιδική  μου  περιέργεια ,μού  επέτρεψε νά  τραβήξω  μία -δυό  φορές  - οχι  περισσότερες - τό  φυσερό , γιά  νά  νοιώσω  περίπου  σάν  ημίθεος  από  τήν  χαρά  μου . 
             Τό  σιδεράδικο - γύφτικο  κατά  τήν  ορολογία  τής  τοπικής  ομιλίας , ητανε  η... βαρειά  μεταλοβιομηχανία  τού  χωριού  μας  ,πού  φτιάχνοντας τά  εργαλεία ( αναχρικά )   τών  χωριανών  μας , - καί τών  αλλων  χωριών - εκάλυπτε  τίς  ανάγκες  τους γιά  τήν  καλιέργεια  τής  γής . Ο μπαρμπα-Μήτσιος  Κόνιαρης ( Γυφτομήτσιος ), εκτός  από  τήν  κατεργασία  τού  σίδερου  ειχε  καί  τό χόμπυ  του,  τό  κυνήγι  !!!  Αυθεντία  αναμφισβήτητη  , γιά  τίς  γνώσεις καί  τίς  επιτυχίες  του γύρω  από  τό  κυνήγι,  πού  οι  νεώτεροί  του  κυνηγοί  ( τού  σούπερ-μάρκετ ) η  χορτομαζώχτρες  οι  περισότεροι , δέν  τολμούσαν  μπροστά  του , νά  αρχίσουν  τίς  ατελείωτες ,ψευτοϊστορίες  τών κυνηγών  γιά  δήθεν  φανταστικά  κατορθώματά  τους .  Ητανε  τέτοια  καί  τόση  η  δεξιοτεχνία  του , η αξιωσύνη  του , καί  η  φήμη  του , πού  πολλοί  πατριώτες οι  λεγόμενοι ...Αθηναίοι,  ερχόμενοι  στό  χωριό επαιρναν  σειρά  προτεραιότητος  γιά  νά τούς  εξασφαλίσει  ενα  λαγό ( ζούδι  τόν  ελεγε  ο  ιδιος ).  Καί  εκείνος  μόνο  ερώταγε ::Πότε  φεύγεις  γιά  σιαπάνου  ??  Τήν  Τετάρτη  μπαρμπα- Μήτσιο  !  Ααα  καλά  ταχειά  τήν  Τετράδη, θά  τό  εχεις  τό  ζούδι !!  Καί  η  Τετάρτη  ( Τετράδη ) εφτανε , αλλά  λαγός  τίποτα !!  Ανυσηχούσε  ο πελάτης  καί   ρώταγε ::  Μπάρμπα-Μήτσιο , πού  ειναι  ο  λαγός , σήμερα  φεύγω ! Τί  ωρα  φεύγεις !!  Μά  στίς  τρείς !! Ε  καλά, ακόμα  η  ωρα  ειναι  δώδεκα , μήν  βιάζεσαι  καί  τήρα  τήν δουλειά  σου !!
Ο μπάρμπα-Μήτσιος, μέ  τήν κυρά του τήν θειά-Μήτσιανα οπως τήν λέγαμε ολοι στό χωριό .
             Καί  παίρνοντας  τό  δίκανο  στόν  ωμο  πότε  ανηφόριζε  καί  εσκαπέταγε  στού  Γκονιόσακα , πότε  εροβόλαγε  εκεί  στό  Πισόρεμα , γιά  να  γυρίσει  σέ  καμμιά  ωρα , μέ  τό  ..ζούδι  στήν  σάκκα  του . Ουτε  ραντεβού  νά  ειχε  μέ  τόν  λαγό , ουτε  δεμένο  νά  τόν  ειχε,  τόση  σιγουριά δέν  θάπρεπε   νά  εχει !!  Καί  ομως , ο  μπαρμπα- Μήτσιος  τήν  ειχε , πρός  εκπληξη  καί  θαυμασμό  ολων  μας  !!
                    Αλλά  αν  τόν  θεοποίησε  η  δασκάλα  μου  σάν  Ηφαιστο  στην  παιδική  μου  φαντασία , αλλο  τόσο  τόν  παραδέχτηκα  μεγαλίτερος  πλέον , γιά  τήν  εκφρασή  του , καί  τήν  λαλιά  του , στήν  αγνωστη  σέ  πολλούς  από  εμάς  αρχαία  Ελληνική  γλώσσα .  Δέν  ητανε  λίγες  οι  φορές , πού  τόν  ακούσαμε  καθισμένος στήν  καρέκλα  τού  καφενείου , νά  χτυπάει  τούς  μηρούς  του  , σάν  νά  ολοφύρεται , καί  νά  επαναλαμβάνει  τό  ακαταλαβίστικο  γιά  πολλούς  - ολλους  εμάς -  τήν  αγαπημένη  ατάκα  του ::   Ωϊμέ   ο βαρυόμοιρος , Ωϊμέ  ο  βαρυόμοιρος !! καί  αλλες  αγνωστες  αρχαίες  Ελληνικές  λέξεις .  Λέξεις , φευγάτες  μέσα  από  γνήσια  αρχαία Ελληνική  τραγωδία , λέξεις  ειπωμένες  πρίν  από  χιλιάδες  χρόνια  , λέξεις  από  εκείνες  πού  εγραφε καί  ο  Ομηρος .!!  Καί  τίς ακούγαμε  από  τόν  μπάρμπα-Μήτσιο  τόν  αγράμματο !!  Πού  τίς  ηξερε  ?? Πού  τίς  εδιδάχθηκε  ??  Μυστήριο , η  μήπως η  απάντηση  στούς  διάφορους  ψευτοκουλτουριάρηδες , πού  αμφισβητούνε  τήν  Αρχαία  Ελληνική  γλώσσα  μας , καί  πασχίζουνε  νά  μάς  πείσουνε  οτι  η  γλώσσα  μας  ειναι  νεκρή ??  Οπως  καί  νά  ειναι  ομως ,  ας  ειναι  αιωνία  η  μνήμη  του  !!

                                   ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η.  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
,===============================================



                                                 ΤΟ  ΩΡΟΛΟΓΙΟΝ  ΚΑΙ  ΤΟ  ....ΑΓΩΓΙΟΝ 

                         
                                                    ( Γεώρ.  Τόμπρος )

 Κατακούτελα  σέ  βάραγε  ο  ηλιος  εκείνο  τό  μεσημέρι .  Αραγμένοι  στόν  πλάτανο  στό  καφενείο  τού  Μαλέα , σταλίζαμε  στήν  δροσιά  του , καί  τό  κατάβρεγμα  πού  μάς  εκανε  ο  κύρ-Βασίλης  κατά  πώς  συνήθιζε  νά  κάνει . Καί  εκεί  επάνω , ενα  αχός  καί  ενα  ποδοβολητό  αλόγων  ακούστηκε  καί  στήν  στιγμή  η  πλατεία γέμισε  από  ενα  μπουλούκι  αλογομούλαρα  μικρά  καί  μεγάλα . Ητανε  ενα  μπουλούκι  περαστικοί  τσαμπάσηδες, μέ  προορισμό  τήν  Σύρνα . Διψασμένοι  οπως  ητανε , ανθρωποι καί  ζώα  σταμάτησαν  γιά  μιά  ανάσα .  Κάποιος  πατριώτης  μας  μάλιστα , που ετυχε  νά  τούς  γνωρίζει  ανοιξε  κουβέντα  μαζί  τους .. Καί  αφού  ξεκουράστηκαν  λίγο  , καβάλησαν  τά  αλογα ,καί  ητανε  απόλαυση  νά  τά  βλέπεις  νά  πηλαλάνε  αραβάνι   πέρα  στά  Τομπρέϊκα , στό  αλώνι  τού  Γυφτομήτσιου , καί  στό  σκάπετο  στό  δένδρο τής  Πετρο-Γιώργενας .  

               Οπότε , σάν  ελατήριο  επετάχθηκε  ορθιος  ο  πατριώτης  πού  τούς  εγνώριζε .Αμάν ,  τό  ρολόϊ  μου  !!!  Μού  κλέψανε  τό  ρολόϊ μου , φώναζε  αγανακτησμένος  ,γιά  τό  κλέψιμο  τού  ρολογιού  πού  τού  κλέψανε , η  πού  ενόμιζε  πώς  τού  κλέψανε .Καί  αμέσως  φωνή  στόν  Γιώργη  τόν  Τόμπρο , τόν  μοναδικό  ταξιτζή  τού  χωριού  μας .  Μπάρμπα -Γιώργη ,  τό  ταξί  καί  κυνήγατους , νά  τούς  φτάσουμε , μού  κλέψανε  τό  ρολόϊ  μου !!.  Σέ  δυό  λεπτά  τό  ταξί  κυνηγούσε  τούς  τσαμπάσηδες , καί  εμείς  τρίβαμε  τά  χέρια  μας  , γιά  τό  αναπάντεχο  καί  καρτεράγαμε  τό  γυρισμό , γιά  νά  μάθουμε  τί  εγινε  τό ...ωρολόγιον .!!  Οταν  μετά  από  λίγο γύρισε  τό  αμάξι καί  ο  πατριώτης  θυμήθηκε , οτι  τό  ρολόϊ  του  τό  ....ειχε  πουλήσει  στήν  Μεγαλόπολη,  επεσε  καζούρα  πού  δέν  ειχε  ματαξαναγίνει .!!!  Καί  οσο  πέρναγε  η  ωρα  καί  εμείς  γελάγαμε  καί  ,,,, κοπανιόμαστε , ο  πατριώτης  μέ  τό  ρολόϊ  ,  δέν  ελεγε  νά  πληρώσει  τόν  ταξιτζή , πού  ορθιος  περίμενε  καί  θέλοντας  νά  φύγει  ,καθότανε  στά  κάρβουνα ! Ολα  τά  ακουγε , ολα  τά  ηξερε ,αλλά  τό  αγώϊ  δέν  ,,,επεφτε  !!.. Καί  χάνοντας  τήν  υπομονή  του , πλησιάζει  τόν πελάτη  του  ,  καί  μέ  απλωμένο  τό  χέρι  τού  λέει , τό  αμίμητο ::     Ελα  τώρα  , ασε  τό  ...ωρολόγιον ,καί  πέσε  τό  ....αγώγιον  !!!
          Περιττό  νά  σάς  ειπώ  , οτι  γελάγαμε  μία  εβδομάδα  οταν   ,  ακούσαμε  τόν  πελάτη  νά  λέει :: Τί  νά  σού  δώσω  μπαρμπα- Γιώργη  μου αφού   καί  ο  καφές ...απλήρωτος  θά  μείνει ..!!!



                                                         ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η .  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 

    ( εδημοσιεύθηκε  στά  ΝΕΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ   τόν  Αυγουστο τού  1993 )


                                          

 
   Τό ταξί  τού  χωριού  μας  .  Η  θρυλική   FORD  μέ  τά ......μουστάκια   , τού  Γεώρ . Τόμπρου. Τό  ταξί  πού  εξυπηρέτησε  ποικιλοτρόπως  τίς  ανάγκες  τού  χωριού  μας  συνδέοντάς  το  κυρίως  μέ  τήν  Μεγαλόπολη , μέ  τακτικά  δρομολόγια  κινούμενο  οχι  έ  σφαλτο , αλλά  σέ  αθλιο  χαλικόδρομο ..  Καί  ομως  αντεχε !!!   Τό  ταξί  γιά  ολες  τίς  δουλειές  καί  γιά  ολες  τίς  ανάγκες , φορτομένο  μέ  κάθε  ειδους   φορτία  , σακκούλια , χαρτόκουτα ,  κοφίνια , βαλίτσες , παραγγελιές , μέχρι  καί  σάκκες  αλεύρι ,  στά  δύσκολα  εκείνα  χρόνια .   Τό  εξωτερικό  σκαλοπάτι  του  , κάθ'  ολο  τό  μήκος  τού  αμαξώματος  , επέτρεπε  νά  πατάνε  καί  νά  ... κρεμάγοντε  καί  οι  ...εξωτερικοί  επιβάτες , οσοι  δέν χώραγαν  μέσα . Ο ερχομός  του  κάθε  απόγευμα  από  τήν  Μεγαλόπολη , ...ητανε  γεγονός !!  Μικροί-μεγάλοι , ετρέχαμε  νά  ειδούμε , τί  καί  ποίον  εφερε !!.  Ηρθε  ο  Τόμπρος  , ηρθε  ο  Τόμπρος  , ητανε  τό  σύνθημα , καί  σάν  σφήκες  κυκλώναμε  τό  αυτοκίνητο,  ενοχλώντας  ακόμα  καί  τήν  αποβίβαση  τών  επιβατών . Καί  η  μόνιμη   επωδός  γιά  νά  απομακρυνθούμε , ητανε  η  βραχνή  καί  η  μπάσα  φωνή , τού  μειλίχιου  καί  λιγόλογου   Γεωρ. Τόμπρου :  Απ' τήν  αλλη  πόρτα  η  νύφη , απ'  τήν  αλλη  πόρτα η νύφη !! Κάποια  στιγμή , η  πολιτική  κατάσταση  ηρέμησε , τό  κράτος  αρχισε  νά  ανασυγκροτείται , καί τά μεγάλα λεωφορεία  τού  6ου Κ.Τ.Ε.Λ. Αρκαδίας  πού  επρακτόρευε  ο  Βασ. Κόνιαρης  ( Μαλέας ),  εκαναν  τήν  εμφάνισή  τους  , δίνοντας   ενα  τελειωτικό χτύπημα στό  γέρικο  ταξί  τού  χωριού  μας.  Οι  τόσα  χρόνια  ευεργετημένοι  πελάτες  του , τού  γύρισαν  τήν  πλάτη  καί  ....μπήκαν  στό  λεωφορείο  !!! 

Στήν παραπάνω φωτό ,από  δεξιά  ο  σμηνίτης  Λάμπρος  Γεωργαντάς , Γεώρ.Η. Κουρουνιώτης ( πιθανόν ) ο Γεώρ. Τόμπρος , Παν. Μπαρούτσας ,καί  μέ  τά  γυαλιά  ο  Βαγγέλης  Ανδριανός , στό  Σταυροδρόμι τής  Καρύταινας  τό  1950  
========================================================================                                                    
                                                       

                                                                  ΟΙ  ΨΑΛΤΕΣ  ΜΑΣ
                       Τό  χωριό  μας  ητανε  από  τά  λίγα  , πού  δέν  τού  λείψανε  ουτε  οι  παπάδες  ουτε  οι  ψάλτες , σέ  αντίθεση  μέ  αλλα  χωριά  πού  οι  καμπάνες τών  εκκλησιών , επιαναν  ...αράχνες  από  χτύπημα  σέ  χτύπημα .  Αρχίζω  τό  ιστόρημά  μου  από  εκεί  πού  γνώρισα  καί  θυμάμαι  τούς  ψάλτες  τού  χωριού  μας . Τούς  πρώτους  πού  θυμάμαι , --μακαρίτες  πιά  --  τό  δίδυμο  Νικολοκωνσταντής  (Μπαρμπαλιάς )   καί  Τσιαμάκος  ( Ταλούμης ).  Ιδιο  μπόϊ ,ιδιο  ψάλσιμο , ιδια  σχολή . Ταυτόχρονα  καί  δεσπόζοντας  γιά  πολύ  καιρό  ητανε  αριστερός ψάλτης  ο  Μήτσιος Καλομοίρης  ο  οποίος  εκυριάρχησε  γιά  πολλά  χρόνια .Στό  απέναντι  στό  δεξιό  ψαλτήρι  , επικρατούσε  τό  βυζαντινό  ψάλσιμο  από  τούς  δασκάλους  Γεώρ.  Παπαντωνίου  κα'ι  Βασ. Παπακωνσταντίνου ,  απόγονοι ιερέων . Μαθητές  καί  διάδοχοι τού  μπαρμπα-Μήτσιου  Καλομοίρη  υπηρξαν  ο  συνομήλικος  καί  συμπέθερός  του , Δημ. Κόνιαρης , καό  ο  εξάδελφός    του Ευθ. Καλομοίρης . Γιά  ενα  διάστημα  εψελνε  ωραία  καί  μελωδικά  ο  γαμπρός  τού  χωριού  μας  Γεώρ.  Γαραζιώτης . πού  δυστυχώς  επλήρωσε  μέ  τήν  ζωή  του  τήν  κατάρα  τού  εμφυλίου  πολέμου .  Σποραδικά  καί  ευκαιριακά  , εψελνε  καί  ενας  αλλος  γαμπρός   τού  χωριού  μας  ο  Γιάννης  Μασούρας  καί  ο  Μεγαλοπολίτης  δάσκαλος  επισκέπτης  τού  χωριού  μας  ο  Νικ.  Αποστολόπουλος . Εκτός  από  τούς  δασκάλους ,πού  εψελναν  βυζαντινά  οι  αλλοι  ητανε  αυτοδίδακτοι  καί  εμπειρικοί .  Παρά  ταύτα  ομως  , η  ιδιότυπη  μελωδία  τους  αντηχεί  ακόμα  στά  αυτιά  μου  , διότι  καταφέρνανε  καί  δημιουργούσανε  τό  ανάλογο  κλίμα  μεσα  στήν  εκκλησία .  Οπως τό  πανηγυρικό  τού  γάμου , αλλά  καί  τό  θλιβερό , τό  κλαψιάρικο , τό  υπερκόσμιο  τής  κηδείας  καί  τού  μνημοσύνου.  Ολοι  τους  προσφέρανε  υπηρεσία  στήν  εκκλησία  καί  στό  χωριό  μας  βοηθώντας  τούς  εκάστοτε  παπάδες  μας . Διαδοχους  καί  ιδιαίτερα  νέους  δέν εσκέφθηκαν  νά  αφήσουν κανένα κάτι  πού  αργότερα  εγινε  φανερό  στήν  λειτουργία  τής  εκκλησίας . Καί  τούτο διότι  σκολαρούδια  εμείς  οταν  στριμοχνώμαστε  κοντά  στό  ψαλτήρι  , μερικοί  μακαρίτες  , οχι  ολοι  βέβαια  μάς ...γυρίχανε  τό  φύλο .
               Αλλά  ας  ειναι !!  Νομίζω  αρκετά  τούς  τά  εψαλα  σήμερα . Ας  τελειώσω  μέ  τό  αιωνία  τους  η  μνήμη  , καί  ας  μουρμουρίσω  τό  ...επελθών  γάρ  ο  θάνατος  τά  πάντα  εξηφάνισεν .


             ===================================================


Η  ΘΕΙΑ- ΓΙΩΡΓΕΝΑ  Η  ΓΙΩΡΓΑΝΤΟΥ
   Εικόνες  καί μνήμες ασβεστες  από  τήν  παιδική  μου  ηλικία . Μνήμες από  σεβαστά  πρόσωπα ,πού  χάραξαν  ανεξίτηλα  στό  πέρασμά  τους . Θυμάμαι  τήν  καϋμένη  τήν  θειά -Γιώργενα . Μαριγούλα  τό  ονομά  της , καί  αηδόνι  η  φωνή  της .  Μαζί  μέ  τίς τόσες  καλοσύνες  της ειχε η  μακαρίτισα  -- οπως  ολοι  αλλωστε  -- καί  τό  παρατσούκλι  της . Η  Γιώργενα  η ...χοντρή .Η...κακουντέλα  η  θειά-Γιώργενα,λεπτούλα  καί  στυλάτη  , μόνο  χοντρή  δέν  ητανε .Αλλά  τό  παρατσούκλι  της  αυτό ,από  τόν  μακαρίτη  τόν  ανδρα  της  τό  επήρε , πού  τά  ειχε  τά  κιλά  του .Ξενόφερτη  νύφη  στό  χωριό  μας , αξια  Βλαχοραφτίτισα , ξεχώρισε  καί  αγαπήθηκε  γιά  τήν  σβελτάδα  της , τήν  καλή  κουβέντα  της , τήν  χρυσή  καρδιά  της , τήν  αξιοσύνη  της,  καί  πέρασε  στήν  ιστορία  τού  χωριού  μας  , σάν  η  προκομένη  εκκλησάρισα. Ελεγχε  μέ  σχολαστικότητα τήν  εκκλησία  μας  , καί  ολες  οι  δουλειές  εφερναν  τήν  προσωπική  της  σφραγίδα . Στά  βαφτίσια , στούς  γάμους , στίς  μακρυά  από  εμάς στίς  κηδείες , ητανε  ο αφανής  ηρωας , ο ... αγνωστος στρατιώτης . Ολα  στήν  εντέλέια, στήν  θέση  τους  , μέ  τάξη ,καί  νοικοκυρωσύνη .
     Δέν  θυμάμαι  ουτε  μία  φορά  πού  νά  ανέβηκα  στό  χαγιάτι  της  -- ο  δρόμος  μου  ητανε --καί  πέρναγα  πολλές  φορές,  πού  νά  μήν  μέ  φίλεψε  κάτι .Μά  οτιδήποτε . Πότε  ενα  αχλάδι , δυό  καρύδια , δυό  σπειριά  σταφίδα , καί  πού  καί  πού , καμμιά  καραμέλα  Τσάρλεστον. Εκείνη  η  τσέπη  τής  ποδιάς  της  ποτέ  δέν  αδειαζε . Λές  καί  γένναγε .Ολοι  καί  κάτι  ειχε .Αλλά οχι  μόνο  αυτό , η  θειά-Γιώργενα  ειχε ψυχή  μάλαμα .  Ποτέ δέν  μάλωνε , μόνο  ορμήνευε .Ακόμα  καί  τά  καλαμένια  τουφέκια  μας , τά  ανεχότανε . Καί  τά  κρεμάγαμε  μέσα  στό  καλύβι, πίσω  από  τήν  πόρτα , επάνω  στό  κοντομίρι. Αλλά  οπως  ολοι , ετσι  καί  εγώ  τήν εκτιμούσα. Ποτέ  δέν  τίς  ειπα  οχι.  Τήν  βοήθαγα , τήν  σεβόμουνα , καί  πάντα  ημουνα  πρώτος , οταν  μέ  εστελνε  στά  ...θελήματα . Θυμάμαι  μέσα  στό  καλυβάκι  πού  εφτιαχνε  τά  ψυχοκέρια ,πότε  σύμπαγα  τήν  φωτιά ,μέ  τήν μασιά , καί  τήν  καλαμένια  φυσούνα , καί  πότε  χώριζα  σέ  ματσάκια  τά  τελειωμένα  πλέον  ψυχοκέρια , ετοιμα  γιά  τό  παγκάρι  τής  εκκλησίας .
       Κάθε  φορά  πού  μπαίνω  στόν Αγιο-Λιά, η  μορφή  της  ερχετε μπροστά  μου .Θαρρώ  πώς  τήν  βλέπω.Μία  φορά  μάλιστα ...ακουσα  καί  τήν  φωνή  της !!!. Ολοι  μας  πήραμε  τό  κεράκι  μας,  καί τό  ανάψαμε  φτιαγμένο  από  τά  προκομένα ,τά  αγια  της  τά  χέρια . Αυτό  κάνω  καί  εγώ  τώρα .Ας ειναι  ετούτη  μου  η  θύμηση , σάν τό  αναμα ενός  κεριού , στήν μνήμη  τής  μακαρίτισας  τής  θειά-Γιαννούς τής Γιωργαντούς τής....κακουντέλας . Αιωνία  της  η  μνήμη !!!              ΛΕΩΝΙΔΑΣ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 
        ( δημοσιεύτηκε   στά ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  Αυγουστος  1993 ) 

=========================================================================





                       ΕΥΤΥΧΩΣ  ΚΑΙ  ΤΗΝ ...ΓΛΥΤΩΣΑ ...!!!!!
                   ( Αντώνιος  Κόνιαρης ) η(

  Κατακαλόκαιρο  στό  χωριό , καί  ντάλα  μεσημέρι , κλειστό  -- θυμάμαι -- τό  σχολείο, μία  παρέα  πέντε  εξη  συνομήλικα  χωριανάκια, χαλιουράγαμε γύρω  στό  χωριό ,μέσα στήν  κάψα, καί  ουτε πού  μάς  ενοιαζε , αφού μέ τά λάστιχα μας δέν  αφήναμε τίποτα  ορθιο , δέν  αφήναμε χλωρό κλαρί  στήν θέση  του. Βάναμε  σημάδι , οτι κατέβαζε η κακοκεφαλιά  μας , καί αρχινάγαμε τό πετροβόλημα .Δέν  εφτούραγε  καπνολόγος  γιά καπνολόγος , αναστέναζαν τά ...φλυτζάνια τού ΟΤΕ , αλλά  πρό  πάντων , ειχαμε  μανία  μέ  τά  τσιροπούλια. Ναί μέ τά τσιροπούλια ,  πού  μάς ξεκούφεναν λές καί μάς προκαλούσαν . Ανηφορίζοντας από  τόν Αϊ-Γιώργη , καί χαζεύοντας δώθε-κείθε , φτάσαμε στά...γυφτέϊκα . Αξαφνα  σταματήσαμε μεσοστρατίς , καθώς  τό μάτι μου επήρε ενα τσιροπούλι απάνου στήν μουριά , οπότε κάνοντας τό γνωστό νόημα στήν υπόλοιπη παρέα ,κοκκάλωσαν ολοι , μή  καί  τό προγκήξουν .
             Ρίχτου ρέ , ρίχτου !Θά  σού φύγει σού λέου , ρίχτου .
             Στήν στιγμή ..ανακλαρίστηκα ,παίρνοντας θέση επίθεσης , καί κρατώντας σφιχτά  τήν διχάλα ,ζύγωσα τήν φόλα κοντά στήν μύτη  μου , τέντωσα τό  λάστιχο , εκλεισα τό μάτι , τό  ενα η τά δυό  -- θά σάς γελάσω --δέν θυμάμαι  σημάδεψα τό τσιροπούλι απάνου στήν μουριά , καί ...φράπ η  πέτρα σβουρίχτηκε ..!! Αλλά  αντί γιά τό τσιροπούλι η μαγκούφα , κλώτσησε ,βάρεσε στήν αστράχα στό χαγιάτι , καί ακουμπέτι πήγε καί  πασπάτεψε  ξέσκουρα  τόν  μπάρμπα-Αντώνη  Κόνιαρη  τής θειά Δημήτρως   πού ροχάλιζε στό χαγιάτι . Ταράχτηκε ο μπάρμπα-Αντώνης , πετάχτηκε ορθιος  ο μακαρίτης , καί  ξυπόλητος οπως  ητανε από  τον υπνο,  δρασκέλισε καί  εφτασε  στά  μισά  τής σκάλας .  
               Ρέεεε  !!!  ποιός  τόκανε ρέέέέ ;  ;εβαλε τίς σκουξιές !Εγώ  βέβαια εγινα ..μπουχός 
καί   εκανα τήν πρώτη μου στάση στά ...Πλαμακέϊκα ! Οι αλλοι  παγώσανε κί  εμειναν μουγγοί .
              Ο  Λεωνίδας  μπάρμπα , ο Λεωνίδας .
              '  Τού  Αντριανού ;;   ξαναρώτησε ο μπάρμπας.
               Εμμμ, ποιανού  αλλουνού , σάματις υπάρχει  καί  αλλος Λεωνίδας στό χωριό ;;
              Εεεεεε  πέστου χαιρετίσματα , αμα  ντό  τσακώσω , θά ντό ...λουμπουνιάσω . 
    Τραβήξανε τόν δρόμο τους τά παιδιά χωρίς τήν ...αφεντιά  μου , καί τό απόγιομα οταν ματασμίξαμε, μού  μολόγησαν τά  καθέκαστα  χαρτί  καί καλαμάρι.
  Τό  καί  τό . Ο  μπάρμπα-Αντώνης , θά  σέ  λουμπουνιάσει ! Ταμπουλάς  μούρθε  σάν  τάκουσα . Ξαφνιάστηκα  , γιατί  ηξερα  τόν  μακαρίτη , ησυχο, ηρεμο , καί δέν  μπόρηγα  νά  τό  χωνέφω  , οτι  ενας  τέτοιος  ανθρωπος  μπόρηγε  νά  λουμπουνιάζει  παιδιά .
      Τόν  ειχα  ειδεί  πολλές  φορές  στά  κέφια  του  νά  πίνει  τό  κρασάκι  του , καί  νά τραγουδάει  παρέα  μέ  τόν  Λάμπη  τόν  Τόμπρο - εκείνος  παίζοντας  τό  μπουζούκι  του,  -- καί    ο  μπάρμπα-Αντώνης  νά  τραγουδάει  κάτι  τραγούδια λιγούλι  περίεργα , οχι  Μουλατσέϊκα, αλλά  κάτι  σάν  γιάχα-βάχα , από  τά  οποία  καί  τού  κόλησαν  τό  παρατσούκλι γιάχα-βάχα .Αλλες  φορές  πάλι , στό  καφενείο , τόν εβλεπα ησυχα-ησυχα  μέ  τόν  σουγιά  του , νά  ανοίγει- χράτς -, καί  νά  τρώει  τά  καρύδια  του, καί  στό  μυαλό  μου  δέν  χώρηγε  κακό .
        Αλλά πάλι  σκέψη-σκέψη, τό  μυαλό  μου  δέν  ξεκόλαγε  από  τόν  σουγιά  πού  κράταγε  απάνου  του . Ρέ  σύ  λές ;  αναρωτιόμουνα , λές  εκείνος  ο  παλιοσουγιάς πού  ανοιγε - χράτς -  -τά  καρύδια νά  μούκοβε  τό  λαρύγγι ;; Ουλα  τούτα  μαζεμένα  σάν  σκεφτόμουνα, δέν  μπορώ  νά  ειπώ  πώς  ημουνα  καί  πολύ  ευτυχισμένος . Μέχρι καί  τάμα  στόν Αγιο-Λιά  εκανα , νά  τόν ...φωτίσει  , καί  τό  πολύ-πολύ νά  μού  δώκει  καμμιά  σκαμπίλα , οχι  ομως  καί ...λουμπούνιασμα  !!  Γιά  τό  ονομα  τού  Θεού πού  ακούστηκε τέτοιο  πράγμα . Σκιαζόμουνα  μήπως , μήν  πήγαινα  σάν  τό  σκυλί  στ' αμπέλι , καί  κοπανιόμουνα  ο  καψερός  πού  θά  πέθαινα ...πρώϊμος .  Διότι , δέν  γίνεται  πατριώτες  νά  αισθάνεσαι ...εθνικά  υπερήφανος , αμα  ο  αλλος  κρατάει  σουγιά , καί  σού  παραγγέλνει  λουμπουνιάσματα .  Αν  ειναι  δυνατόν ! Μέ  ειχανε  ζώσει  τά  φίδια , καί  αρχίνησα  νά  μετράου  τ΄αχνάρια  μου ,- πού  πατά  καί  πού  πηγαίνω - μπάκε  καμμιά  βολά  συναντηθώ μαζί  του , μήν  πέσω  στά  χέρια  του, καί  πάου  καλιά  μου . Φύλαγε  τά  ρούχα  σου  , γιατί  ο  παλιοσουγιάς  τό  σιδερικό  δέν  εχει  παραθάρια , ελεγα  μέσα  μου .
               Γύριζα ζορί-ζορί τήν  πλατεία ,καί  λοξοτήραγα  τό  μπάρμπα-Αντώνη , πού  θά  πήγαινε  εφτούνος  γιά  νά  στέκουμαι  αλάργα  εγώ , καί  νά  μπορώ  νά  λακίσω, αμα -οξω  καί μακρυά-μού  εκανε  κανα  γιουρούσι . Στού  Μπαρούτσα  εφτούνος , στού  Μαλέα  εγώ . στού  Μαλεα   εφτούνος  στά  Τομπρέϊκα  εγώ .  Φόβος  καί  τρόμος  μέ  ειχε  πιάσει  μέ  τήν  παραγγολή   τού  μπάρμπα-Αντώνη .  Χάϊδευα  τό  λαρύγγι  μου ,χάϊδευα    τόν  σβέρκο  μου ,κι' εψαχνα  τίς  παλάμες  μου , νά  ειδώ  μπάκε  ειχα  αιματα . καί  μ' επιανε  σουβή , καθώς  φανταζόμουνα  ακόμα  καί  στόν  υπνο  μου , τήν  χερούκλα  του νά  μού  σφίγγει  τόν  λαιμό  καί  νά μέ ...καρυδώνει .
 Πέρασαν ομως  οι  ημέρες  , σιλάρωσα  καί  εγώ  λιγούλι  , ωσπου  μία  ημέρα , ηρθαμε  -- ωχ  ωχωχ -- μούτρα  μέ  μούτρα  μέσα  στό  καφφενείο  τού  Μαλέα. Δέν  θυμάμαι   αν  εβρεξα  τό  παντελόνι  μου - σώβρακο  ποιός  φόραγε  τότε - αλλά  πανιάσανε  τά  μάτια  μου , κοπήκανε  τά  πόδια  μου , τρέμανε  οι ..κλιτσινάρες  μου  καί  τήραγα  νά  ειδώ -χράτς - τόν  σουγιά  τόν  ανοιγμένο .  Αλλά  ο  μακαρίτης  δέν  μούκανε  τήν  χάρη . Ουτε  τό  σουγιά , -- χράτς -- εβγαλε , ουτε  μέ  λουμπούνιασε ,ουτε  σκαμπίλα  μούδωσε ,  ουτε  -- ακου  πράγματα --ουτε  μέ  αγριοτήραξε . Προσπέρασε  σάν  νά  μήν θυμότανε  τίποτα . Στυλώθηκα  καί  εγώ  στά  πόδια  μου  ,ηρθα  στά  σύγκαλά  μουτ , καί  σάν  συνήλθα , τότε -- καί  μόνο  τότε -- κατάλαβα  οτι  ο  ανθρωπος  πού   σιορώνει   καί τραγουδάει , ουτε  σουγιά  βγάνει, ουτε  νά  λουμπουνιάσει  ξέρει ,ουτε  σκαμπίλα μπορεί  νά  δώκει , εστω  καί  αν  τήν  τράβαγε   ο  οργανισμός  ο  δικός  μου .
                                                                              ΛΕΩΝΙΔΑΣ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
                                                             ( εδημ οσιεύτηκε  στά ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ )


=========================================================================
                               
                 ΔΥΟ-ΤΡΕΙΣ  ΚΑΣΕΣ ....ΛΟΥΚΟΥΜΙΑ
                 ( Ηλίας Καλλιανιώτης )
Οταν  τελείωνε  τό  σχολείο  πού  μάς  μάζευε  αρκετές  ωρες  τήν  ημέρα , παιδόπουλα  ζωηρά  καί  ατίθασα , σκορπάγαμε   μέσα  στό  χωριό δώθε-κείθε . Οποια  πέτρα  καί  αν  εσήκωνες , από  κάτω  θά  μάς  ευρισκες  . Στίς  αυλές  , στούς  κήπους ,  στίς  μουριές , στά  αλώνια , παντού . Αλλά  τίς  περισότερες  ωρες ,  στά  καφφενεία τίς  περνάγαμε . Από  καρέκλα , σέ  καρέκλα , κολάγαμε  κοντά  στίς  παρέες  τών  μεγάλων  πού  παίζανε  κολιτσίνα , σκαμπίλι , πρέφα , καί  κάναμε  ... φροντιστήριο . Γινόμαστε  ενοχλητικοί!!  Μέχρι  καί τά  φύλλα  μαρτυράγαμε !!  Καί  γιαυτό πολλές  φορές  ειμαστε  ανεπιθύμητοι . Δέν  ησαν  λίγες  οι  φορές , πού  μέ   τό μισοάδειο  ποτήρι τού  νερού  μάς  κατάβρεχαν  γιά  νά φύγουμε .  Αλλά  εμείς  εκεί .  Κολιτσίδα .  Ξεμακρέναμε γιά λίγο , αλλά  καί  πάλι  κοντοζυγώναμε , σάν  τούς  σκούρκους   στό  παραγινομένο  αχλάδι !! 
          Θυμάμαι  μία  φορά  , μεσημαριάτικα , στό  καφφενείο  τού  Λάμπη  τού  Τόμπρου . Από  δυό  τρείς  καρέκλες  ο  καθένας  μας  στήν  μία  τό  ενα  πόδι , στήν  αλλη  τό  αλλο  πόδι , αραχτοί , τεμπελέβαμε  φωναχτά , λέγοντας  τά  δικά  μας . ζαλίζοντας  τούς  αλλους  αλλά τόν  μπάρμπα- Μήτσιο Αναγνωστόπουλο  περισότερο .Κούναγε τήν  μαγκούρα  του  ο  μακαρίτης  αλλά  εμείς  τίποτα . Ουτε  μέ τό  καλό , ουτε  μέ  τό  αγριο  παίρναμε  χαμπάρι . Καί επάνω εκεί  - καλή  ωρα- ξαγναντάει  ο  μπάρμπα-Λιάς  ο  Καλλιανιώτης  ( Βασίλαρος ).    Ανθρωπος  τής  πιάτσας , ο  μπάρμπα-Λιάς , ητανε  πολύ  περπατημένος , βολικός , καλαμπουρτζής , πειστικός,  κουβαρδάς , καί  γιά  τούτο  αγαπητός  σέ  εμάς τά  παιδιά . Ευκολα  εχωνε τό  χέρι  του , στήν ...χασάπικη  τσέπη  τού  παντελονιού  του  , γιά  νά  βγάλει  καί  νά προσφέρει  κάτι  από  τίς  οικονομίες  του , γιά  τίς  καραμέλες  τίς ...ημέρας.
            Μέ  τό  γειά  σας -καλώστονε , καί  χωρίς  χρονοτριβή , μάς  γύρισε  τήν  πλάτη,  καί  μέ  περισή πειστικότητα  καί  σοβαρότητα , καί  ρουφώντας  τόν  καφέ  του , αρχισε  νά  μολογάει  στούς  μεγάλους - μέ  εμπιστευτικό  τρόπο -  οτι  στόν  κατήφορο  στού Καλίνικα , από  τό  φορτηγό  πού  ερχότανε , ανοιξε  η  πίσω  πόρτα του  καί  πέσανε  δυό-τρείς  κάσες  ...λουκούμια . Αλλά  μέ  τήν  φόρα - λέει - πού  ερχότανε , δέν  μπόρεσε  νά  σταματήσει , καί  τά  λουκούμια  πέσανε  καί  μείνανε  εκεί  στήν  γράνα  στού  Καλίνικα  !!  Αυτό  ητανε , καθώς  τό  αυτί  μας  δούλευε  σάν ..τού  λύκου , επιασε  τό  μαντάτο   πού  εξιστόρησε  ...συνομωτικά  ο  μπάρμπα-Λιάς . Δυό- τρείς  , τηραχτήκαμε  στά  μάτια , καί  στήν  στιγμή  μέ  τό  ..νόημα  καί  τό   βλέμα , συνενοηθήκαμε  καί  κάναμε  κιόλας  τήν ... μοιρασιά!!   Μία  κάσα ο  καθένας , τίμια  πράγματα !!

              Απολυθήκαμε  στόν  κατήφορο , στόν  Αϊ-Γιώργη , τί  ητανε  γιά  εμάς  τό .., ξυπόλυτο  τάγμα , μιά  τέτοια  αποσταση   καί  πηλαλώντας μέσα  στήν  κάψα  τού  καλοκαιριού  ,- μήν  καί  προλάβει  κάποιος  αλλος -  ονειρευόμαστε λουκούμια , καί  ...γουργουράγανε  τά  αντερά  μας , καί  τρέχανε  τά  σάλια  μας !!    Γιά  γρηγορότερα  μάλιστα ,  εκόψαμε  δρόμο  ...περικοπά  στά  Πλαμακέϊκα , καί  ντάλα  μεσημέρι  πού  εσκαγε  ο  τσίντζηρας , βρεθήκαμε  λαχανιασμένοι  στού  Καλίνικα .  Ψάχναμε  τίς  γράνες . Ψάχναμε  από  εδώ , ψάχναμε  από  εκεί ,μέ  μεγάλη  προσοχή , μέχρι  καί  τίς  παλιουρότουφες  ανασηκώναμε  , γιά  νά  βρούμε  τίς  κάσες  μέ  τά  λουκούμια .  Αλλά  κάσες  πουθενά , καί  λουκούμια  ουτε  μυρουδιά .  Ξεροκαταπίναμε  τό  σάλιο  μας,  καί  ειχαμε  τήν  ελπίδα  , πώς - δέν  μπορεί -  οπου  νάναι  θά  τά  βρούμε  τά  λουκούμια , καί  υστερα ....καλοχώνευτα  !!
           Αλλά  η  ωρα  πέρναγε , αρχισε  νά  σουρουπώνει ,καί  εμείς  από  τό  ψάξε-ψάξε , χωρίς  νά  τό  καταλάβουμε ,  παρα  λίγο  νά  φτάσουμε  στήν  Καρύταινα ....!!!   Κάσες  ομως  πουθενά  καί  λουκούμια  τίποτα . Καί  ιδρωμένοι , καί  κορακιασμένοι  από  τήν  δίψα  , πήραμε  τό  πισάχναρο  γιά  τό  χωριό .   Αυτιά  ειχαμε  καί  ακούσαμε  τόν  μπάρμπα-Λιά .  Μυαλό  καί  πονηριά  δέν  ειχαμε ,  γιά  νά  καταλάβουμε  τό χουνέρι , πού  μάς  εφτιαξε  ο  μακαρίτης , γιά  νά  αδειάσει  τό  καφφενείο , καί  νά  ησυχάσει  από  τίς  φωνές  μας .   Ας  ειναι  ομως  , αιωνία  του  η  μνήμη !!!

                                                   
ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η .  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 
   (  εδημοσιευτηκε  στά  ΝΕΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ   τόν  Αυγουστο   τού  1997 ) 




οοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο
                     ο μπάρμπα -Τέλης ο Κόνιαρης


 Δέν  χρειάζεται,νά συμπληρώσω τό υπόλοιπο  ονομα. Δέν χρειάζεται νά  γράψω ποίος ητανε ο μπαρμπα-Τέλης ! Γιατί μπάρμπα-Τέλης ενας ητανε, ενας καί μοναδικός. Ενας πολύ καλός πατριώτης, ο οποίος αν καί χαμηλής -οπως οι περισσότεροι - μορφώσεως, εκρυβε μέσα του πνευματικές καταβολές καί ανησυχίες. Ανησυχίες τέτοιες, πού δέν εχανε τήν ευκαιρεία νά τίς  εκδηλώνει καί νά τίς εξωτερικεύει συχνά-πυκνά . Από τήν καθημερινή πρακτική του  ζωή , οταν καθισμένος στήν ταβέρνα,  κουτσοπίνοντας , καί  χαϊδεύντας τήν αγαπημένη μαγκούρα του . Ο μπάρμπα-Τέλης εκεί δεχότανε τά σκόπιμα, καί πάντοπτε καλοπροαίρετα τσιγκλήματα τών νεωτέρων του, καί δέν αργούσε νά αρχίσει, τίς ατελείωτες καί πολύ ενδιαφέρουσες  ιστορίες τού Μικρασιατικού  πολέμου, πού  οπως  ελεγε τόν εφαγε μέ τήν...χούφτα!!
      Αλλά οχι μόνο αυτές. Ο μπάρμπα-Τέλης, ειχε καί τεκμηριωμένες απόψεις γιά  ολα τά καθημερινά δρώμενα. Επαιρνε θέση στά ισια καί πληκαρίσια, γιά τά συμβαίνοντα  γύρω του, οταν αλλοι καί μάλιστα αρκετοί - φρονίμως ποιούντες- μασάγανε τά λόγια τους , καί τά περνάγανε στό μουγκό !! Μιλώντας τήν καθημερινή μας  ντοπιολαλιά, ανακατεμένη  κάθε  τόσο  μέ ολίγες ...καθαρευουσιάνικες κουβέντες, ητανε    απόλαυση νά τόν ακούς  νά αναλύει  αρκετές φορές, καί θέματα, πολιτικο-οικονομικά, μέχρι  καί στρατηγικά.  Ναί καί τέτοια !!   Ο μπάρμπα-Τέλης, υπήρξε ιδεολόγος δημοκράτης , υπερασπίζοντας μέ πάθος , τίς οποιες απόψεις  του, παίρνοντας  κάθε φορά τό μέρος  τού αδυνάτου. Καί επειδή ο  ιδεολόγος, πρέπει νά ειναι ξεκάθαρος, σέ αυτά  πού πιστεύει, πού  λέει καί διαλαλεί, πρέπει νά ειναι καί γενναίος, διότι τά λεγόμενα  πάντοτε  κάποιους  ενοχλούν , καί εχουνε κόστος, καί μερικές φορές  πολύ μεγάλο!!
Καί αυτό τό εκανε ο μπαρμπα-Τέλης . Ειχε τόλμη, καί  κουράγιο,  νά λέει  κάποια πράγματα  μέ τό  ονομά τους- σέ εποχές δύσκολες καί πονηρές - αδιαφορώντας γιά αυτό, καί πληρώνοντας γιά αυτό. Αλλά παράλληλα , μέ τήν εκφραση τών οποιονδήποτε  απόψεών  του ο  μπάρμπα-Τέλης, υπήρξε καί μετριοπαθής, συνετός , ασυμβίβαστος,  πράος, ισοροπιστής  πού σέ τελική ανάλυση, καί αυτό ειναι γενναιότητα.  Τό δόγμα, οτι  ο ανθρωπος , εχει  δύο αυτιά γιά νά ακούει δύο φορές, καί  μία γλώσσα νά μιλάει μία, ητανε τό πιστεύω του.  Στό πρόσωπό του, εκφραζότανε η ηρεμη καί σωστή κρίση, καί λειτούργησε σάν  κυματοθραύστης τού μανιασμένου φανατισμού, τότε πού μιλάγανε οι ανθρωποι, καί ...σώπαιναν οι λύκοι, καί υπό αυτή  τήν εννοια, προσέφερε υπηρεσία στό χωριό, κάτι πού πρέπει νά τού αναγνωρίσουμε !!
- Ο γράφων, αλλά καί αλλοι  πατριώτες,- εχω προσωπική εμπειρία επ΄αυτού- τό αναγνώρισαν, καί θά ημουνα πολύ αδικος , εάν δέν τό ομολογούσα. ! Ο μπάρμπα-Τέλης, ητανε θά ελεγα, καί γιά τά μέτρα τού χωριού μας, η μετεμψύχωση καί η κλωνοποίηση τού συνώνυμού του, τού μεγάλου φιλόσοφου Αριστοτέλη !! Ειχε μέσα του, μία τάση καί μία φλόγα , νά μεταδίδει τίς εμπειρίες του, καί τίς γνώσεις του, σέ οσους ειχανε τήν χαρά νά τόν ακούνε αφηγούμενο .!! Ετσι οπως εκείνος ο ιδιος ο μεγάλος φιλόσοφος. Ονομα καί πράγμα. Τήν εκφραση τής πνευματικής του ανησυχίας , δέν τήν περιόριζε μόνο στόν προφορικό λόγο. Υπηρετώντας ως στρατιώτης στήν πρώτη γραμμή τού Μικρασιατικού μετώπου, καί κάτω από τίς καθημερινές συνθήκες τού ...ζεί η σκοτώνεται, ειχε περίσευμα θάρρους καί λεβεντιάς , καί παρέα μέ τόν μπαρουτοκαπνισμένο του γκρά, νά γράφει , καί νά εξιστορεί τήν εξέλιξη τού πολέμου, λεπτό πρός λεπτό , γιά νά αφήσει ενα υπέροχο αυθεντικό ημερολόγιο στρατού τού 1920 , πού δημοσιεύτηκε, στήν εφημερίδα τού Συλλόγου.
- Η εξέλιξη τού πολέμου,ειχε τόσο πολύ επηρεάσει τόν μπάρμπα-Τέλη , ωστε εσκέφθηκε  πώς ητανε  αναγκαίον καί πρέπον, - οπως ο ιδιος ελεγε -νά γράψει αυτό τό υπέροχο ημερολόγιό του. Υπήρξε  τέλος γενναίος στήν ψυχή καί στό φρόνημα. Δείγμα τής ψυχικής λεβεντιάς , δείγμα προσφοράς, καί οτι αλλο μπορεί νά σημαίνει αυτό , δικαιώνοντας ετσι επάξια, τούς οποιους παραπάνω χαρακτηρισμούς τού απέδωσα.  Τρανή απόδειξη τού χαρακτήρα του.!!

                                                ΛΕΩΝΙΔΑΣ   Η.  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
 ( εδημοσιεύτηκε στά ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  τόν Οκτώβριο τού  1999 )     





*************       *************      *************      ***********    *****************


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου