Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Ο ΞΕΝΟΣ

                       

                          Ο   ΞΕΝΟΣ

                                                                                                        Γράφει ο ΛΕΩΝ.ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
Εκείνο το καταμεσήμερο, στην αριστοκρατική γειτονιά με τα πλούσια στρωμένα τραπέζια στις ευρύχωρες βεράντες και στα μπαλκόνια, που τα απολάμβαναν και τα χαίρονταν οι βολεμένοι και οι φίλοι τους, ένας ξένος, ένα απρόσκλητος – πράγματι – επισκέπτης, που η μυρωδιά της ψημένης μπριζόλας του γαργάλισε την μύτη, πέρασε απαρατήρητος και χώθηκε μέσα στην πολυκατοικία!. Ανέβηκε στους ορόφους  και χτύπησε μια-δύο πόρτες, γυρεύοντας βοήθεια.
  Ξαφνιασμένοι,αι ενοχλημένοι οι βαρυστομαχιασμένοι νοικοκύριδες, πρόβαλαν στην πόρτα.
-          Ντουλειά, ντουλειά, ακούστηκε να λέει ο ξένος, με τα πολύ άσχημα Ελληνικά του.
-          Δουλειά, δουλειά; και που να την βρούμε εμείς ρε μεγάλε­: Τι είμαστε; Υπουργείο Εργασίας; τον ειρωνεύτηκε ένας χωρατατζής κοιλαράς.
-          Διώξε τον μωρέ μεσημεριάτικα. Αιντε μπράβο! Αμάν πια, δεν σέβεται ούτε την ησυχία μας. Δεν τον βλέπεις πώς βρωμάει.. και του έκλεισαν κατάμουτρα  την πόρτα .
-           Ο ξένος, που στο πολύ μακρινό χωριό του τον λέγανε Πίκο, ενώ εδώ τον λέγανε ξένο, είχε γυναίκα και παιδιά όπως και εκείνοι, είχε ελπίδες και ανάγκες, ακριβώς όπως και εκείνου. Είχε δικαίωμα στην ζωή και στην υγεία , ακριβώς όπως και εκείνοι, μά  δεν είχε δουλειά, δεν είχε φαί, δεν είχε γιατρό, όπως είχανε εκείνοι. Έφυγε με το κεφάλι κατεβασμένο, το μυαλό θολωμένο, καί μέ τά  πελώρια θλιμμένα μάτια του, βουρκωμένα ,και το ηθικό του καταρακωμένο. Με ένα πόνο και μια πίκρα μέσα στην ψυχή του,. τέτοια, που αφού δεν την γεύτηκαν, δεν μπορούσαν να νοιώσουν και να καταλάβουν εκείνοι.
-          Αλλά τι να έκανε! Ήτανε βλέπεις ξένος, και κάτι του έλεγε μέσα του, ότι έπρεπε να συνηθίσει για να αντιμετωπίσει και άλλες παρόμοιες άδικες ,και πικρές συμπεριφορές. Προσπάθησε να κλάψει, αλλά και σε αυτό στάθηκε άτυχος, γιατί τα δάκρυα του είχαν στερέψει. Στερέψανε από τότε, που αφήνοντας πίσω τα παιδιά του, ίδια με παιδιά εκείνων ,και την γυναίκα του, ίδια με την γυναίκα εκείνων, στριμωγμένος σε ένα άθλιο δουλεμπορικό σαπιοκάραβο, έφτανε στην χώρα μας, αναζητώντας και ελπίζοντας στην εξασφάλιση ενός μεροκάματου.
-          Όχι δηλαδή σπουδαία πράγματα! Ένα φτωχομεροκάματο, του έφτανε για να τον κάνει ευτυχισμένο. Να του λύσει όλα του τα προβλήματα, τα δικά του και της οικογένεια του. Να τον κάνει να νοιώσει μια κάποια σιγουριά. Μια κάποια αξιοπρέπεια.
-          Όχι, όχι, δεν πίστευε πια σε κανένα παράδεισο, που κάποιοι απάνθρωποι, αδίστακτοι και επιτήδειοι εκμεταλλευτές της ανθρώπινης ανάγκης και του ανθρώπινου πόνου, σύγχρονοι γραβατοφορεμένοι δουλέμποροι, του υποσχέθηκαν και τον έκαναν να ονειρεύεται.
-          Δεν ήθελε να θυμάται, πώς και γιατί έφθασε μέχρι εδώ. Αυτό τον πλήγωνε πολύ! Αναρωτιότανε μόνο, αν από καλή ή κακή του μοίρα. Πάντως από καλοσύνη όχι! Κανένας δεν αφήνει τον τόπο του και τους δικούς του, άμα έχει εξασφαλίσει μια υποφερτή έστω , διαβίωση. Αν όχι για τον εαυτό του, τουλάχιστον για τα παιδιά του.
-          Αν όμως δεν έχει­; Τότε τι κάνει; Παίρνει τον οματιών του, και τα συντριμμένα όνειρά του, γεμίζει τον νου του με ελπίδες, ζητάει προστασία και στήριξη από τον Θεό, ( ποιό θεό ), και κυνηγημένος από τις ανάγκες του, ξενητεύεται  στην άκρη του κόσμου.
-          Αυτό έκανε και ο Πίκο. Μια ανθρωπινότερη ζωή αναζήτησε ως είχε δικαίωμα. Τα ψίχουλα του τραπεζιού εκείνων ελυμπίστηκε. Τα ψίχουλα, που εκείνοι οι βολεμένοι, τόσο σπάταλα πετάνε,  Και ας είναι... . φτωχοί και οι ίδιοι! Μα όμως, η μοίρα του τον καταδίωκε. Ούτε δουλειά ούτε ψίχουλα..
-          Και πορευότανε σέρνοντας τα βήματα του, στον πονεμένο δρόμο του, με την δυστυχία και την κοινωνική απόρριψη, μόνιμη παρέα του. Με το στομάχι του, ανυπόμονο και απαιτητικό, να γουργουρίζει ασταμάτητα. Με τα ξεραμένα χείλη του και το στεγνό λαρύγγι του, να διψάνε. Το λιπόσαρκο κορμί του, να τρέμει από το κρύο. Το μέτωπο του, να φλογίζεται από τον πυρετό. Με τα μάτια του κλειστά, να βλέπει όνειρα. Με τα μάτια του ανοιχτά, να βλέπει εφιάλτες. Της ανεργίας, της πείνας, της φτώχειας, της διάκρισης. Και έτσι, παραπατώντας στο φαρδύ δρόμο, με τις καλογυαλισμένες και αστραφτερές  λιμουζίνες, και εξαντλημένος από την πείνα καθώς ήτανε ,ακούμπησε σε μία από αυτές!.
-          Κλέφτης, πρεζόνι, ληστής, ούρλιαξε ο βολεμένος ιδιοκτήτης της. Και σε λίγο, το περιπολικό τον συνέλαβε!
-          Ο ξένος - ο Πίκο-  μη καταλαβαίνοντας από Ελληνικά, αλλά βλέποντας το εχθρικό περιβάλλον δίπλα του, στάθηκε αμήχανος και φοβισμένος. Η σκέψη του, πέταξε μακρυά του! Στην γυναίκα του, στα παιδιά του, στον τόπο του. Από τα μάτια του, κύλησαν δύο δάκρυα. Ένοιωσε κυκλωμένος, ένοχος, αδύναμος. Βάλθηκε μέσα του να παρακαλάει Να προσεύχεται. Ας τον καταλάβουν λοιπόν. Ας τον λυπηθούν έστω. Προσπάθησε να μιλήσει αλλά πως; Θυμήθηκε δύο λέξεις.
-          Εγώ ντουλειά, μόνο ντουλειά!
-          Ο αστυνόμος, έλεγξε τα χαρτιά του και του τα ξαναέδωσε. Ο Πίκο, ο ξένος, προς μεγάλη απογοήτευση των περίεργων  και των βολεμένων , δεν ήτανε ούτε πρεζόνι, ούτε κλέφτης, ούτε φονιάς, ούτε ληστής! Άλλο.. ελάττωμα είχε. Ήτανε δηλαδή, από εκείνους, που κάποιοι ψευτοπολιτισμένοι και επιεικώς ανεγκέφαλοι, πιστεύουν ότι το χρώμα καθορίζει και την ποιότητα του ανθρώπου.
-          Σαν υπνωτισμένος συνέχισε τον δρόμο του, με την δυστυχία του παρέα. Σαν απόηχος έφταναν στα αυτιά του, οι κραυγές των βολεμένων. Γιατί τον άφησαν ελεύθερο; Γιατί δεν τον έκλεισαν φυλακή;
-          …. Σε λίγο, το τηλέφωνο της Αστυνομίας ξαναχτύπησε ,και το περιπολικό, ξαναβρήκε στο διπλανό δρόμο πάλι τον Πίκο, αυτή την φορά μισολιπόθυμο, κοκαλομένο και πεσμένο εκεί στην άκρη του δρόμου, ψαχουλεύοντας τις σακούλες των σκουπιδιών. Μόνο, που τώρα δεν έλεγε «ντουλειά, ντουλειά»! Τώρα φώναζα και « ψωμί, ψωμί»!
-          Ο αστυνόμος, τον οδήγησε στο περιπολικό και έφυγε για το κρατητήριο. Ίσως εκεί να είναι καλύτερα, σκέφτηκε ο Πίκο, αφού ούτε οι άνθρωποι , ούτε η κοινωνία, ούτε η πολιτεία, δεν είχανε τίποτα καλύτερο να του προσφέρουν. Ούτε δουλειά, ούτε ψωμί, παρά μόνο το ..κρατητήριο.
-          Τώρα πια οι νοικοκυραίοι, μερικοί μάλιστα και πολύ θρήσκοι, μπορούσαν να ησυχάσουν. Δεν είχανε τίποτα να φοβηθούν. Μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι. Εχθρός κατετροπώθη! Τάξις αποκαταστάθη !
-          Α ρε π….. κοινωνία, α ρε π… πολιτεία,α ρε βολεμένοι και θρήσκοι υποκριτές. Το κάνατε και πάλι το θαύμα σας. Μόνο, που δεν σκεφτήκατε λιγάκι και τα παιδιά του ξένου- ίδια κι εκείνα με τα δικά σας παιδιά- που στην μακρινή πατρίδα τους, περιμένουν, απορούν και αναρωτιούνται: Πότα θα έλθει ο πατέρας να χωθούνε στην αγκαλιά του; Να παίξουνε μαζί του; Να τους πει το παραμύθι του κακού του λύκου; Να τους φέρει ρούχα, φαί, παιχνίδια, που τους υποσχέθηκε φεύγοντας; Γιατί αργεί; Γιατί,γιατί,γιατί………..
-                                                                                                                 
                                                                                             ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ  
                                                                               andrianosleonidas.blogspot.com
       ΥΣΤ.  Τό  διήγημα   Ο  ΞΕΝΟΣ   ελαβε  μέρος  σέ  διαγωνισμό  διηγήματος πού  εγινε  στό  ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ  τίς  Ν. Αφρικής   οπου  διαγωνίστηκαν  Ελληνες  από  ολα  τά μέρη  τής  γής  . Διαγωνίστηκε  μέ  τό  ψευδώνυμο  ΑΡΚΑΣ  καί  ελαβε  τό  Γ  βραβείο  στίς23|09|03               

========================================================================


                                                  ΚΑΤΑ  ΛΑΘΟΣ....ΓΚΑΣΤΡΩΜΑ......!!!!!!

          Η   οικογένεια  τού  Γιάννη  τού  Πίκουλα  πολύ  συχνά,  μπορεί  καί  κάθε  ημέρα , γιά  κάποια  ασήμαντη  αφορμή  ακόμα  καί  γιά  τό  τίποτα , εσήκωνε  τήν  γειτονιά  στό  πόδι.  Οχι  πώς  ητανε  κακοί  ανθρωποι.  Οχι , πώς ητανε  παλιόσογο!.  Οχι  οχι.  Αλλά  νά , μέ  τό  παραμικρό  αρπαζόσαντε , καί  υστερα   μονοιάζανε.  Οι  γύφτοι  τά  μαλώματα , τάχουν  γιά  πανηγύρια  πού  λέει  καί  η  παροιμία.  Αλλά νά , από  τήν  μιά μεριά  ο  Γιάννης  ο  [κακοξόδευτος],  ο  αχαμνός  ο  τριπήθαμος  πού  τό  μπόι  του  εφτανε  ισια  μέ  τά  βυζιά  τής  Σταυρούλας , .Δ ιάβολος  μεταμορφωμένος  πειραχτήρι  στό  χωριό , ανεπρόκοπος ,  πρώτος  στό  φαί  τελευταίος  στή  δουλειά,  ψωμοζήτουλας  ,ξενοχωρίτης  καί  σώγαμπρος,  προγκηγμένος  από  τό  χωριό  του , ηρθε  καί  κούρνιασε  στό  σπίτι  τής  Σταυρούλας.  Καί  από  τήν  αλλη  τήν  μεριά , η  θειά  Σταυρούλα  ψηλή  σπαθάτη,  νταρντανογυναίκα. , από  περήφανο σόΪ  δίκαιη  καί  σωστή , αυστηρή  στήν  οψη  καί  στήν  εκφραση,  μέ  λίγες  καί  σταράτες  κουβέντες.  Αμα  ειχες  δίκηο , στό εδινε.  Αμα  ειχε , τό  επαιρνε  μέ  τό  ...μπαίρι  της, καί  δέν  χαμπέριζε  τί  θά  ειπεί  ο  πρόεδρος , ο  δάσκαλος , καί  ο  ...αστενόμος.  Τούς  εχω  απαυτώσει  ολους , ελεγε  μέ  τό ..συμπάθειο. 
              Τώρα  πώς  ταίριαξε  καί  στέριωσε  εκείνο  τό  αταίριαστο  ζευγάρι , μόνο  ο  θεός  τό  ηξερε  ,καΊ  ο  μακαρίτης ο  γέρο -  Κούκουρας  ο  προξενητής ,πού  ανάθεμά  τονε , ειχε  τόν  τρόπο  νά  συνταιράζει  ακόμα  καί  τά  ποιό  αταίριαστα  πράγματα .  Συγκόλαγε   τά  πάντα  χωρίς  νά  βάνει  ουτε  κόλα  ,καί  δέν  θά  τού  γλύτωνε  ουτε  ο  δεσπότης,  αμα  δέν...ταξίδευε  από  το πολύ  τό  πιώμα  ο  γερομπεκρούλιακας.  Μέ   ενα  παιδί  απολυμένο  φαντάρο ,καί  μιά  κόρη  τής  παντρειάς,,η  θειά -Σταυρούλα , μόνο  νά  γκαστρωθεί  δέν  ειχε  στό  μυαλό  της  .   Ας  τήν.....φορτωνότανε  κάθε  φορά  εκείνος  ο  ..βελζεβούλης  ο  Γιάννης  ο  ανδρας  της .!  Εκείνη  τίποτα!! Τού  τό, ειχε ξεκόψει , μέ δυό  παιδιά  πού  ειχε  --ζωή  νάχουνε--μονάχη  της  τά  ανάστησε  καί  τά  μεγάλωσε .  Μήπως  νοιάστηκε  καθόλου  ο  αντρας  της , ο  ανεπρόκοπος??
             Οταν  τόν  εστελνε  γιά  κανα  θέλημα  ,πήγαινε  πού  νά  τόν  πάνε....τέσερις ,ούλο  χανότανε καί  γύριζε  ούλο  πιομένος.    Μιά  φορά  τόν  εστειλε  νά  φέρει  από  τό  μαγαζί, κάτι  κανελογαρύφαλα,γιά  νά  φτιάξει λίγα  κουλούρια, καί  εκείνος  εχάθη!!  Πήγε  γιά...μαμή  καί  εκατσε  λεχώνα  πού  λένε. Ε,,,καί  η  Σταυρούλα,  δέν  αντεξε!. Βγήκε  στόν  δρόμο  μέ  τά  ζυμάρια  στά χέρια , καί  πήγε  φουριόζα-φουριόζα  στό  καφενείο. Βλέποντας  ο  Γιώργης  ο  γείτονας  του νά  ερχεται , μόλις  πρόλαβε  νά  τού  φωνάξει  !!
                  Γιάννη  ορέ  Γιάννη  διάβολε, η  Σταυρούλα . Κρύψου  κακομοίρη  μου, κρύψου  !!  Σάν  λάστιχο  πετάχτηκε  ορθιος  ο  Γιάννης,  αλλά  η  Σταυρούλα,  σβέλτη  καί  νευρική  ,  τόν  βούτηξε  από  τόν  σβέρκο ,καί  τόν   εβαλλε  νά...φιλήσει  τό  χώμα.  Υστερα  τόν  σήκωσε  σάν  στημένη  πατσιαβούρα , τόν  εχωσε  μέσα  στά  σκέλια  της, τόν  κράταγε  σάν  αρνί  γιά  σφάξιμο, καί  τόν  εκανε  νά  ξεράσει  τό  γάλα  τής  μάνας  του. Τόν  κοπάναγε  στό  ξεροκέφαλο  του ,καί  μιά  καί δυό  καί  αλλες  φορές, μέχρι  πού  τόν  λυπήθηκε  η  ψυχή της.
                    Κανείς  από  τούς  ανδρες στό  καφενείο  δέν  τόλμησε,  νά  πάρει  τόν  Γιάννη  από τά  χέρια  της, γιατί  ολοι  ξέρανε  ,τί  πάει νά  ειπεί....Σταυρούλα.  Μόνο  αραιώσανε,  τηράγανε,  καί  μετράγανε  τίς  κατακεφαλιές  πού  τού  εδινε.  Χάσου  οβριέ , ανεπρόκοπε  , μήν  πατήσεις  τό  πόδι  σου  στό  σπίτι ,καί  πήγαινε  νά  βρης  ψωμί  νά  φάς. Νά  μήν  σέ  δώ  στά  μάτια  μου !!
            Ο  Γιάννης,  χάθηκε  κανα  μήνα,  τόν  ειδανε  κάτω  στά  Καρυτινά  τά ποτιστικά,  πού  ειχε  κάτι  πρωτοξάδελφα,  καί  μόνο  σάν  ημέρωσε  η  Σταυρούλα  κοντά  τού  σταυρού , ανήμερα στήν   γιορτή  της , εκανε  τόν  σταυρό  του , καί  ξαναγύρισε  στό  χωριό  σάν   ζημιάρικο  κουτάβι. Καί  ενα  πρωί , ενα  ανοιξιάτικο  πρωί , οι  φωνές  τής  Σταυρούλας  σηκώσανε  τό  χωριό  στό  πόδι !.  Συνηθιμένα  πράγματα , είπανε  οι  γείτονες,  καί  τηράξανε  τήν  δουλειά  τους. Μά  οι  φωνές  τής  Σταυρούλας  δέν  λέγανε  νά  σταματήσουνε ,  καί  ο  αντίλαλος  γύρισε  ολο  τό  χωριό . Η  Σταυρούλα,  εβριζε  τόν  αντρα  της !!! Μωρέ  τρισκατάρατε, τί  σούφταιξα  μωρέ? πού  νά  σέ  πάρει  καί  νά  σέ  σηκώσει?  Τί  μούκανες μωρέ ,πού  νά  σέ  νεκροφιλήσω!!  Αχ  τί  επαθα  η  ερμη , η  στρίγγλα  !Θεέ  μου  συγχώρα  με  τήν  μαύρη !!Κρύψου  κερατά,  μήν  σέ  ματαειδώ  στά  μάτια  μου !! Αν  δέν  σέ  θάψω  αποσπερού , Σταυρούλα  νά  μήν  μέ  λένε !
                      Τό  πράγμα  εσοβάρεψε  ,καί  τά  παράθυρα  ανοίξανε. Τά  χαγιάτια,  γεμίσανε  από  περίεργους  γειτόνους πού  εκαναν χάζι, νά  ακούνε  καί  νά  βλέπουνε  τύν  θειά -Σταυρούλα ορθια  καταμεσίς  στήν  αυλή  της  μέ  ενα  φουρκόξυλο  στό  χέρι,νά  σκούζει  καί  νά ...αρουλιέται.  Ολοι  ρωτάγανε ο  ενας  τόν  αλλον  !Τί  εγινε  μωρέ? Χαλασμός  φονικό?  Τί  εγινε ? Αλλά  ο  Γιάννης  εξαφανίστηκε, καί  εγινε  αφαντος  από τό  σπίτι.  Πούθε  εφυγε,καί   πού  σκαπέτησε,κανείς  δέν  τόν  ειδε.  Πάντως  οχι  από  τήν  πόρτα ! Ισως  από  τό  παραπόρτι, η  από  τόν  φράχτη ! Σέ  λίγο, η  Σταυρούλα  σταμάτησε .Κλείστηκε  στό  σπίτι  της  ,ασφάλισε  τά  πορτοπαράθυρά  της ,καί  η  γειτονιά  ησύχασε. Καί  μόνο  αργά  τό  βράδυ, κατά  τό  σούρουπο, από  ανυσηχία,αλλά  καί  από  περιέργεια  περισότερο,μιά  γειτόνισα  πρωτοκουτσομπόλα  ,δρασκέλισε  τήν  εξώπορτα  γιά  νά  ειδεί  καί  νά  μάθει  τί  τής  εκανε  ο  Γιάννης.   Βρήκε  τήν  Σταυρούλα  στό  κρεβάτι,  κουκουλωμένη  μέ  τήν  παντανία, νά  κλαίει  μέ  μαύρο  δάκρυ.  Από  εδώ  τήν  εχει , από  εκεί  τήν  εχει  ,τήν ....ξεψάχνισε  καί τίς μολόγησε  τήν .....σουβή  της  πού  επαθε  από  τόν  ....κερατά  τόν  ανδρα  της.
                Τίς  μολόγησε  οτι  ενα  μεσημέρι  πού  μαζέυανε  τίς  ελιές  οι  δυό  τους, πού  τούς  επιασε  μιά  αξαφνη  μπόρα , πόυ  κλειστήκανε  μέσα  στό  καλύβι,  πού  επεφτε  εκείνο  τό  ψιλόβροχο  επάνω  στή  σκεπή  στόν  τσίγκο. Τότε  πού  η  Σταυρούλα, κουρασμένη  ..γλάρωσε  καί  εγειρε  ιά  λίγο  επάνω  στό  κρεβάτι , καί  τήν  μισοπήρε  ο  υπνος  καί  ...λαγοκοιμήθηκε.
       Εκείνος  ο  Βελζεβούλης  ο  αντρας  της,, την  ειχε  βάλει  από  τήν  μέσα  μεριά , καί  παναθεμάτονε , μέ  τό  λίγο  βρέξε-βρέξε, καί  τό  λίγο..σπρώξε-σπρώξε , τάχα  μου  πώς  σκιαζότανε  τά  αστραπόβροντα , τήν  ειχε  κολήσει  στόν  τοίχο, καί  επάνω  στήν  κούραση  της  καί  τό  μισούπνι  της ,παραδόθηκε  τί  νά  εκανε  -οργανισμό  εχει  καί  αυτή -καί  αφησε  τόν  Γιάννη  νά.....βγάλει  τα  μάτια  του.  Και  τώρα  νά  τά  χαμπέρια!  Βρέθηκε  γκαστρωμένη  μέ  μιά  κοιλιά  ταβούλι .Μέ  γκάστρωσε  ο  παλιοτουρκόγυφτας , μέ  γκάστρωσε  τήν  δόλια, ελεγε  καί  ξανάλεγε  κλαίγοντας.  Η γειτόνισα  τήν  συμβούλεψε  υπομονή, μέχρι  νά  τίς  φέρει  κάτι  βότανα  νά  πιεί  τό  ζουμί  τους  γιά  νά  απορίξει , καί  ουτε  γάτα  ουτε  ζημιά.
          Αλλά  τό  μυστικό  αμα  τό  ξέρει  ενας , τό  ξέρει  ενας .Αμα  τό  ξέρουνε  δύο , τό  ξέρουνε εικοσι  δύο, δηλαδη  ολο  τό  χωριό !Σέ  λίγες  ημέρες,  τήν  αντάμωσε  ο  παπάς  στό  δρόμο , τίς  μίλησε  μέ  κάτι  θεοτικά  λόγια , οπως ...ευλογημένος  ο  καρπός  τής  κοιλίας  σου , καί  κάτι  τέτοια  πού  η  Σταυρούλα  τά  ακουγε.....βερεσέ , αλλά  καί  φουρκισμένη  ,γιατί  αναρωτιότανε  πού  στό  δαίμονα  τό  εμαθε  εφτούνος. Τόν  τήραξε  λοξά-λοξά ,αειντε  παράταμε  κι  εσύ  παπά, γιατί  στά  εχω  μαζεμένα  κι  εσένα, γιατί  θυμήθηκε,οτι  πέρυσι  τέτοιον  καιρό , γιά  τό  μνημόσυνο  τού  πατέρα  της, τίς  γύρεψε  δέκα  κιλά  σιτάρι. Τότε  η  Σταυρούλα εφριξε , καί  τού  ειπε :  Οχι  παπούλη  μου , καλίτερα  νά  ταίσω  πέντε  ορφανά , καί  ας  αφήσω  αψαλτο  τόν  πατέρα  μου  .Ο  θεός  θά  καταλάβει  καί  χωρίς  μνημόσυνο.
            Τ'ο  πάθημα  τής  θειά -Σταυρούλας  ,αν  καί  μυστικό, τόμαθε  ολο  τό  χωριό , βούηξαν  οι  γειτονιέ, καί  μόνο  η  καμπάν, νά  εχεις  καί  τό  στερνοπούλι  σου  καί  κάτι  η  μαμή  πού  τήν  περίμενε  ετούτη  τήν  γέννα  γιά  δικό  της  διάφορο , κάτι  πού  η  Σταυρούλα  πού  πίστευε  οτι  τό  νά  ...απορίξει  ητανε  σατανικό  πράγμα , γιατί  πίστευε  εστω  καί  αν  δέν  τό  εδειχνε, κατά  βάθος  ητανε  θεοφοβούμενη  , περισσότερο  από  κάποιες  μέ  τούς  μεγάλους  στατρούς, τήν  γλύτωσε  τό...  μουλόπιασμα ο  Πάνος , οπως  τόν  βάφτισε  αργότερα .
          Τί  πάει  νά  ειπεί  δέν  τό  ηθελε? Δέν  τό  ηθελε  νά  ερθη ! Τώρα  ομως  πού  ηρθε , παιδί  της  ητανε !Αιμα  από  τό  αιμα  της !Τό  γέννησε  τό  αγάπησε  ,τό  ανάθρεψε, αλλά  η  φούρκα  της  δέν  τίς  πέρασε.  Ο  θυμός  της  δέν  μαλάκωσε.  Γιατί  τό  παιδί  οσο  μεγάλωνε  - ολοι  τό  λέγανε-ητανε  φτυστός  αυτ, πού  τόν  μάζεψε  στό  χωριό  καί  τόν  φόρτωσε  στήν  ερμη  τήν  Σταυρούλα  ,νά  βασανίζεται..                                                                                                                                                                                     ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ

                                                     andrianosleonidas.blogspot.com
===========================================================================

                                             ΔΗΜΗΤΡΑ  ΚΑΙ  ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ 
                γγ

                             Γνωστή  σέ  ολους  μας  ,  ειναι  η  ομορφη  εργατούπολη  τής  Ελευσίνας  αφού  κάθε  φορά  περνάμε  από  αυτή  πηγαίνοντας  η  ερχόμενοι  από  τό  χωριό  μας. Αν  ομως  ειναι  γνωστή  η  Ελευσίνα , εν  τούτοις  λιγότερο  γνωστό  ειναι, τό  από  πού  πήρε  τό  ονομά  της .  Η   Ελευσίνα  λοιπόν , εχει  μεγάλη  παρουσία  κατά  τήν  αρχαιότητα καί  σώζονται  σέ  αριστη  κατάσταση  τά  αρχαία  λείψανά  της , καί  ο  φημισμένος  αρχαιολογικός  της  χώρος . Στόν  χώρο  οπου  ετελούντο τά ...Ελευσίνια  μυστήρια , καί  από  οπου  εξεκίναγε  η  μεγάλη  πομπή  --- ενα  ειδος  σημερινού καρναβάλου  καί  μάλιστα  πολύ πιό  τολμηρού  -- η  οποία  πέρναγε  δίπλα  οπως  καί  σήμερα , στήν  λίμνη  Κουμουνδούρου,( Ρειτών  τήν  ελεγαν  τότε ) καί  αφού  διέσχιζε  τό  Χαϊδάρι  καί  τό  Αιγάλεω,  κατέληγε  στόν  Κεραμεικό  , καί  πού  σήμερα μάς  ειναι  γνωστή  ως  Ιερά  Οδός .                Κατά  τήν  εκδήλωση  καί  πορεία  αυτή ,  τά  ηθη  εχαλάρωναν , καί  οι  συμμετέχοντες , διατελούντες  εν  ευθυμία , καί  υπό  τήν  επήρεια  τής  ...κρασοκατάνυξης -- ατιμώρητα --  μπορούσαν  νά  ειπούν  καί  νά  κάνουν  πράγματα  , πού  αλλες  ημέρες  ησαντε  ασεμνα  καί  απαγορευμένα.,  πού  αν  τά  εγραφα  εδώ  τό  χαρτί  θά  εκκοκίνιζε . Εκεί λοιπόν  στήν  λίμνη  Ρειτών , καί  σέ  μία  τέτοια  εκδήλωση , μία  πανέμορφη  κοπέλα η Φρύνη , λίγο  πεταχτούλα  οπως  ελεγαν ,διατελούσα  καί  αυτή  εν  ευθυμια, καί  φουντωμένη  -- από  τί  μήν μέ  ρωτάτε-- εβγαλε  τά  ρούχα  της  καί  ολόγυμνη , εριξε  μία  βουτιά  στά  νερά  τής  λίμνης ,γιά  νά  δροσιστεί .
                Βέβαια  συνελήφθη  αμέσως από  τό  τμήμα  ηθών γιά  προσβολή τής  δημοσίας  αιδούς,γιατί  τό  τσιτσίδωμα  απαγορευόταν , καί οδηγήθηκε  στό  αυτόφωρο  .Πρέπει  ομως  νά  ητανε  απορη  καί  αφραγκη, η  καϋμένη  η  Φρύνη, αφού  δέν ειχε , καί δέν επλήρωσε δικηγόρο γιά νά τήν υπερασπιστεί, καί οταν εστάθηκε μπροστά  στούς δικαστές καί ακουσε  τήν κατηγορία της, αντί απολογίας  ,εκανε μία απότομη κίνηση - παλιά της τέχνη - πέταξε  τόν  χιτώνα της , καί ετσι τσίτσιδη οπως  τήν  εκανε  η μάνα τη, επερίμενε τήν απόφαση τών δικαστών .Τό τί επαθαν οι δικαστές, αφήνω νά τό καταλάβετε μόνοι σας . Τό μόνο πού γράφει ο ιστορικός  , ειναι οτι τούς εφυγαν οι ...μασέλες  τους , καί αθώωσαν παμψηφεί, καί μάλιστα μετά πολλών επαίνων τήν Φρύνη  γία νά περάσει στήν ιστορία .

Η   αρπαγή  τής  Περσεφόνης  από  τόν  Πλούτωνα

            Στήν ιδια εκείνη λίμνη , ειχε τό στέκι του , ενας περίφημος τρομοκράτης  - καλό μπουμπούκι  καί  τού  λόγου  του - ο Προκρούστης , Εστηνε  καρτέρι  στούς  περαστικούς  , καί --ετσι  γιά νά  περνάει  τήν  ωρα  του , τούς  ξάπλωνε  επάνω  σέ  ενα  κρεβάτι , τήν...Προκρούστια κλίνη  καί  εάν  τά  πόδια  τους  επερίσευαν εξω  από  τό  κρεβάτι, μέ  μιά -δυό  τσεκουριές  τούς  τά  εκοβε  μέχρι  αυτό ! Εάν  πάλι  ο ...πελάτης ητανε κοντός , μέ  τά  κατάληλα  εργαλεία  του , τού  τά  τράβαγε   γιά  νά  μακρύνουν  ισια  μέ  αυτό .Ετσι,  μέ  αυτά  τά  καμώματά  του,  επέρασε  καί  αυτός  στήν  ιστορία .
           Αλλά  αρκετά , ας  γυρίσουμε  τώρα  στό  κύριο  θέμα  μας  , τήν  Ελευσίνα , γιά  νά  ειπούμε  οτι  εκεί  ελατρευότανε  η  θεά  τής  γεωργίας  η  Δήμητρα , πού  εδωσε  καί  τό  ονομά  της  στά  δημητριακά  προϊόντα ,καί  η  οποία  ειχε  μία  πανέμορφη  κόρη  τήν  Περσεφόνη .Εκτός  από  τήν  Δήμητρα  καί  τήν  Περσεφόνη  , η  Ελευσίνα  ητανε  πιάτσα  καί  αλλων  θεών , πού  ξημεροβραδιάζονταν , αλλοι  μπεκρουλιάζοντας  και  αλλοι  τρώγοντας  τίς  πίτσες  τους  , τά  σουβλάκια  τους , η  πίνοντας  τίς  φραπεδιές  τους , στίς  αρχαίες  καφετέριες .Ενας  από  τούς  θεούς  πού  γαμπρίζανε  στήν  Ελευσίνα  , ητανε  και ο  θεός  τού  Αδη  , ο  Πλούτωνας . Στριφνός  καί  δύσκολος , μουσάτος  καί  γουρλομάτης ,γιά  νά  βλέπει  μέσα  στό  μισοσκόταδο  ο κύριος  , εδενε  στήν  πόρτα  τού  Αδη  ενα  θηριόσκυλο  , μέ  τρία  κεφάλια  καί  αντί  γιά  τρίχες  ειχε  ...φιδοκέφαλα  πού  τό  λέγανε  Κέρβερο καί  αϊντε  μετά  νά  τού  ξεφύγει  κανας  πεθαμένος , καί   παράταγε  τό  βασίλειό  του στόν  κάτω  κόσμο , καί  ανέβαινε  στήν  γή  γιά  νά  λιαστεί  καί  νά  κάνει  τσιγάρο . Εκεί  μία  ημέρα , εγνώρισε  τήν  καρακουκλάρα  τήν  Περσεφόνη  , τήν  μοναχοκόρη  τής  Δήμητρας .  Από  εδώ  τήν  εχει  , από  εκεί  τήν  εχει  ,τίποτα  αυτή .  Βρέ  κορίτσι  μου  , εχω  καλό  σκοπό  , εχω  καί  μαγαζί  στόν  κάτω  κόσμο , δέν  τήν  αφηνε  σέ  χλωρό  κλαρί  , αλλά  εκείνη  δέν...τσίμπαγε  τόν  απόφευγε  καί  ουτε  τό  κινητό  της  δέν  τού  εδινε .
             Οπότε  μία  ημέρα,  τού  τήν  εδωσε  τού  Πλούτωνα  , παραφυλάει  τήν τσακώνει , καί  τήν  κάνει  αρπαχτή  μέ  τό  ετσι  θέλω .Ουρλιαξε  η  Περσεφόνη , τσίναγε , κλώτσαγε  η καρακουκλάρα , τρέξανε  οι  κολητοί  της  γιά νά  τήν  γλυτώσουν ,αχούγιαζε  καί  η  μάνα  της, - ηρθε  νομίζω  καί  τό  εκατό - αλλά  μπά τίποτα , σκασίλα  του  τού  παλιογουρλωμάτη ! Χειροδύναμος καί  μπρατσωμένος  ο  Πλούτωνας , τήν  κοπάνισε, καί  οπως  η  αλεπού  αρπάζει  τήν  κότα  καί  τήν πάει  στήν  φωλιά  της  νά  τήν  ξεκοκκαλίσει  μέ  τήν  ησυχία  της  ,  ετσι  καί  δαύτος  - πού  κακοχρονονάχει - πήγε  τήν  κοπέλα  σιακάτου στό  σκοτεινό  βασίλειό  του  Αδη . Εκεί  μέσα  στό  μισοσκόταδο, δέν  μπορούσε  κανείς  νά  ειδεί  τί  τίς  εκανε  ο  μούργος  ο  αχαϊρευτος  , αλλά ο  Αυτιάς  τήν  αλλη  ημέρα  ειπε  οτι  τήν  εκανε  γυναίκα  του ,
Ο  Κέρβερος  φύλακας  τού  Αδη.
            Τής  Περσεφόνης  ομως  δέν  τίς  αρεσε  εκεί  στόν΄ κάτω  κόσμο  , παρέα  μέ  τούς  πεθαμένους  ,αλλά  τί  νά  εκανε  , εκανε  τήν  καρδιά  της  πέτρα  καί  εσυνήθισε . Μόνο  μιά  χάρη  γύρεψε  από  τόν  προκομένο  της  , τόν  Πλούτωνα . Νά  τήν  αφήνει  μιά  φορά  τόν  χρόνο  ,νά  ανεβαίνει  σιαπάνου  στήν   Ελευσίνα  , γιά  νά  βλέπει  καί  τούς  δικούς  της  , καί  γιατί  τήν  ειχε  ταράξει  καί  η  υγρασία , καί  οι  ρευματισμοί.  Πράγματι  ο  Πλούτωνας τήν  αφησε  - παρά  τήν  στριμάρα  του , νά  ανεβαίνει κάθε  ανοιξη  επάνω  στήν  γή . Εκεί  τήν  καρτέραγε  η  μάνα  της,  η  οποία  εδινε  εντολή  - θεά  ητανε  οτι  ηθελε  εκανε εμένα  θά  ρώταγε -  καί  επρασίνιζε καί  ελουλουδιαζε  ολος  ο  τόπος . Από  τήν  αλλη  μεριά  οι  κολλητοί  της  , οι  πατριώτες  της  , ειχανε  ετοιμάσει  γιορτές  καί  πανηγύρια.  Καί  νά  τά βιολιά  , νά  τά  κλαρίνα , τά  κρασιά  τά  κρέατα , καί  οτι  αλλο  βάζει  ο  νούς  τού  καθε  πεινασμένου  , καί  εγινότανε  τού  Κουτρούλη  τό  πανηγύρι . Καί  δέν  εκαναν  μόνο  αυτό !! Μαζεύονταν  ολοι  , γύρω  τριγύρω , από  μιά  μεγάλη  τρύπα  στήν  γή  - πού  υπάρχει  καί  σήμερα - πιστεύοντας οτι  από  εκεί  θά  ανέβαινε  η  Περσεφόνη  γιά  νά  τήν υποδεχτούν  , φωνάζοντας ρυθμικά .Καί  επειδή  στά  αρχαία  τό.....ε ε ε ε ε ερχεται  , ε ε ε ε  ε ρχεται  τό  ελεγαν   ε ε ε ε λευσις , ε ε ε ε λευσις  καί  ετσι  επήρε  τό  ονομά  της  η  Ελευσίνα !!!!!!

                                                              ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η . ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 
( επρωτοδημοσιεύθη στήν  εφημερίδα  ΤΑ  ΝΕΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  τόν  Μαϊο τού  2011 ) 
                                                     andrianosleonidas.blogspot.com
==================================================================




                                  Ο  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΠΑΥΛΟΣ 
 Στό  σχολείο μορφώνεσαι. Μαθαίνεις  γράμματα . Γράμματα  σπουδάγματα  τού  θεού  τά  πράγματα .  Αρκεί  νά  μελετάς , καί  νά  βοηθάς  τόν  δάσλαλό  σου, πού   κοπιάζει  καί   πασχίζει   γιά εσένα. Πού  προσπαθεί  νά  σέ  βηθήσει  , καί  νά  σού  φανεί χρήσιμος . Νά  τού  συγχωρείς  τόν  θυμό  του , οταν  τόν  σκάς . Ανθρωπος  ειναι  καί  αυτός Εχει  καί  εκείνος  τά  δικά  του .  Βρισκόμαστε  στήν  εκτη  τάξη  τού  δημοτικού . Ντάλα  ανοιξη , και  από  τήν  ζέστη  κουτουλάγαμε  επάνω  στά  θρανία , καί  μέ  τό  ζόρι  κρατάγαμε  τά  μάτια  μας  ανοιχτά , γιά  νά  μήν  μάς  πάρει  ο  υπνος . Από  τά  παράθυρα  τής  τάξης  , φαινόσαντε  οι  ανθισμένες  ακακίες  ,  καί  τά πετροχελίδονα  καί  τά  σπουργίτια  μάς  ξεκούφαιναν .  Πού  ορεξη  γιά  μάθημα !! 
      Αλλά  ο  δάσκαλος , δάσκαλος . Ειχε  αλλη γνώμη  , καί  δέν  χαμπάριαζε  από  τήν  δική  μας...μουργέλα .  Επρεπε  νά  βγάλει  την υλη , οπως  ελεγε τό  πρόγραμμα .Σηκώνει  στόν  πίνακα  τόν  μαθητή  . 
     Σήκω  εσύ .

     Τό  παιδί σηκώνεται !!
     Λέγε  τί  ξέρεις γιά  τόν  Απόστολο  Παύλο .
  Τί  νά  ειπεί  τό  παιδι. Τό  μόνο  πού  ηξερε  γιά  τόν  Απόστολο  Παύλο , ητανε  τό  ονομά  του  καί  εκείνο  ισιαμε  πού τό  εθυμότανε . 
  Καί  τώρα  τί  κάνουμε ;;  
Αναπατάει  τά  πόδια  του, τραβάει  τά  μανίκια  τής  μπόλκας  του , ψειρίζει  τά  νύχια  του, ρουφάει  τήν  μύτη  του  , αλλά  ιδέα  δέν  τού  ερχεται,καί  μέ  κατεβασμένο  τό  ψαλιδοκουρεμένο  κεφάλι  του , εχει  κολήσει  τά  μάτια  του  στό  πάτωμα .
 Λέγε  ρέέέέ τού  λέει  ο  δάσκαλος !!.
 Τό  παιδί  , οση  προσπάθεια  καλι  αν  κάνει  , δέν  θυμάται , δέν  ετυχε  νά  γνωρίζει  ενα  τέτοιο ...κύριο ,καί  η  γκλάβα  του  τίποτα  δέν  κατεβάζει . Νοήματα  από  κάτω , κάποιοι  ψίθυροι  από  τά  μπροστινά  θρανία , δέν  καταφέρνουν νά  βοηθήσουν  τόν  αδιάβαστο  μαθητή . Οπότε  ο  δάσκαλος  καί μέ  τό  δίκηο  του , γίνεται  μπαρούτι  . Χάνει  τήν  ψυχραιμία  του  , γουρλώνει  τά  μάτια  του !!
  Λέγε  ρέέέ  πανάθεμα τόν  γονιό  σου  !!  Λέγε  ρέέέέ  μήν  πετάξω  τό  κουδούνι  , καί  σού  κάνω  τό  κεφάλι...δόγες .  Λέγε  ρέ  καί  μ΄ επρηξες  . Λέγε  μήν  πάρει  ο  διάβολος  εσένα  καί  τόν  Παύλο  μαζί  .
  Εεεε...εκεί  ποιός  μπορούσε  νά  κρατήσει  τά  γέλια  του;;  Κανένας  !! Καί  ενα  βροντερό  γέλιο  , εγέμισε  τήν  αιθουσα  τής  τάξης .  Ηταν  τέτοιο  τό  γέλιο  , πού  καί  ο  ιδιος  ο  δάσκαλος  δέν  κρατήθηκε  ,  καί  γελώντας  καί  αυτός  αναφώνισε  τήν  γνωστή  του  καί  συνηθισμένη  του  ατάκα .......σκουράντζοοοο !  Καί  τό  επανέλαβε  ολη  η  τάξη ....σκουράντζοοοοοο , σκουράντζοοοοοοο!!!
  Αιωνία  σου  η  μνήμη  μπάρμπα-Θοδωρή ,  καλή  σου  ωρα  Βασίλη  !!!

                                          ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η.  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
(  εδημοσιεύτηκε  στά  ΝΕΑ  ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ τόν  Ιούλιο  τού  1997 )

                                              andrianosleonidas.blogspot.com

==================================================================


                
               οι  παντόφλες  τής  μάνας
          Μετά  τήν  απελευέρωση   από  τήν  Γερμανική  κατοχή, ξεχύθηκαν  μεσόκοποι  καί  νέοι , γιά  καλίτερες  ημέρες , χαϊρι  καί  προκοπή . Καί  επήγαν  μακρυά, περνώντας  πόλεις  καί  χωριά  , φτάνοντας  στήν  φιλόξενη  πρωτεύουσα, πού  τούς  χώρεσε  ολους .  Ετσι  εγινε  καί  μέ  τό  δικό  μας  χωριό  . Στήν  αρχή  σειλά-δειλά , καί  μετέπειτα  ομαδικώς , γέμισαν  τά  Πετράλωνα , τό  Θησείο , τήν  Κυψέλη , τό  Μπουρνάζι. 
        Μπαλωματήδες  στήν  Μεσένια καί  Σπάρτη  , στήν  κατοχή, τσαγγάρηδες  καί  παλιατζήδες  στήν  Αθήνα  καί  στό  Μοναστηράκι , πουλώντας  αρβύλες   παράταιρες  καί  στρατιωτικά  χιτώνια  καί  χλαίνες.  Ορμώντας  ολημερίς  στήν  οδό  Αθηνάς , πάνω-κάτω , περνώντας  από  τόν  μπαρμπα-Θανάση Γεωργαντά ( + ), νά  πάρουμε  κανα  γράμμα από  τό  χωριό , νά  μάθουμε  τά  νέα  , αναχωρήσεις  καί  αφίξεις .  Πέρασε  καί  ο  συγχωριανός  μας  ο  Κώστας , ρώτησε  τά  νέα , πήρε  καί  ενα  τσαλακωμένο  γράμμα  από  τήν  μάνα  του  , πού  τούγραφε  τά  καθέκαστα . 
            Κωσταντή  παιδάκι  μου ,  μέ  τόν  Φάνη  σού  εστειλα  τό  σακκούλι  ,μέ λίγο  μαγέρεμα  , αλλά  ειδηση  δέν  ελαβα , τήρα  παιδάκι  μου  νά  μού  στείλεις  ενα  ζευγάρι  παντόφλες  , γιατί  τρούπησαν  οι  ρημάδες  πού  φόρηγα , καί  βγήκαν  τά  τσιουράπια  καί  τά  δάχτυλά  μου  οξω .
            Τί  νά  εκανε  και  ο  Κωσταντής , παίρνει  ενα  ζευγάρι  παντόφλες ,  τίς  διπλώνει  σέ  ενα  χαρτόκουτο , καί   πάει  ντουγρού στόν  μπαρμπα-Θανάση , γιά  νά  στείλει τό  ...θέλημα  τής  μάνας  του . Μπροστά  του  , βρέθηκε  ενα  καροτσάκι  μέ  παγωτά  ΕΒΓΑ , σκέφθηκε  πόση χαρά  θά  εκανε  η  καψερή  η  μάνα  του , αν  τίς  εστελνε  κανα  παγωτό , γιά  νά  αρτηθεί , καί  νά  γευτεί  τήν  δροσιά  του . Δέν  χάνει  καιρό  , παίρνει  δυό  παγωτά  ξυλάκι, τά  διπλώνει  μέ  εφημερίδα καί  τά  ...σουπώνει  μέσα στό  κουτί ,  ενα  σέ  κάθε  παντόφλα , γράφει  καί  τό  ονομα  καί  καί  τ' αφήνει  στό  μπαρμπα- Θανάση   νά  τά  πάρει  ο  Φάνης  οταν  περάσει .

        Εν  τάξη  Κωσταντή  μου  ,μείνε  ησυχος , ταχειά   , θά  ειναι  στά  χέρια  τής  μάνας  σου  τού  ειπε  ο  πάντα  καλοκάγαθος  μπάρμπα-Θανάσης  Γεωργαντάς . Τήν  αλλη  εβδομάδα   Ο  Κωσταντής , λαβαίνει  από  τήν  μάνα  του  καί  αλλο  γράμμα . 
    -    --- Κωσταντή  παιδάκι  μου  ευχημένο μου  -  τού  εγραφε -  ελαβα  τίς  παντόφλες , λίγο  λιγδωμένες  , αλλά  δέν  πειράζει , τίς  σφούγγισα , τίς  φόρεσα  καί  μού  ηρθανε...ταμάμ !!  Γράψε  μου  παιδάκι  μου, τά  δύο  πλανισμένα  ξυλάκια  πού  ειχες  βαλημένα  ,  μέσα  στίς  παντόφλες  , τί  νά  τά  κάνω ;;     Κόκκαλο  ο  Κωσταντής  !!
                                                     
                                                                                 ΒΑΓΓΕΛΗΣ  Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 
   ( εδημοσιεύτηκε  στά  ΝΕΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ   τό  Αυγουστο  τού  1997  γραμμένο  από  τόν   αλησμόνητο  καί  αείμνηστο  αδελφό  μου  Βαγγέλη  Ανδριανό ) 


                                                      andrianosleonidas.blogspot.com
===============================
                     Αμαρτίες  γονέων...!!

    Καμάρωνε τό καινούργιο του   αμάξι ο Σπύρος, καί δέν χόρταινε  νά τό βλέπει !Δέν τό αφηνε από τά μάτια του, ετσι οπως κοκκίνιζε, εκείνο τό ωραίο -- οχι τό γύφτικο -- τό αλλο τό γλυκό, τό αριστοκρατικό, τό ρουμπινί. Φρεσκοπλυμένο καί πεντακάθαρο, δέν πίστευε στά μάτια του, οτι ητανε δικό του ! Καμάρωνε, καί προσσπαθούσε  νά φανταστεί τήν εντύπωση πού θά εκανε στούς χωριανούς του, σάν θά σταμάταγε, στήν μέση στήν πλατεία κάτω από τόν πλάτανο ! Θά μαζευόσαντε γύρω-γύρω, ολοι οι χωριανοί, καί θά...στραμπουλάγανε τά μάτια τους.
 - Ορέ αμάξι ο Σπύρος! Τί ειναι τούτο πάλι , αλλο πράγμα! 
-Θά ζηλεύανε από μέσα τους καί ο Σπύρος θά εβγαζε τό αχτι του. Οχι δηλαδή νά μήν λένε  οτι δέν πρόκοψε . Οτι δέν εχει λεφτά ! Νά , μέχρι καί αμάξι πήρε. Νάτο τώρα πού τό εφερε καί στό χωριό.!
- Λίγες οικονομίες πού ειχε μέ τόν ιδρώτα του, αϊντε καί κάτι γραμματιάκια πού εβαλε, καί τό ονειρό του, ενα κατακόκκινο καινούριο αμάξι εγινε πραγματικότητα. Αλλά εκείνη πού θά ζήλευε περισσότερο, καί θά τρέχανε τά σάλια της, θά ητανε η Ελένη! Ναί η Ελένη,  καί  τό σόϊ της ολόκληρο  Εκείνο τό σόϊ, πού τόν παίδεψε, ισιαμε νά ειπεί τό ναί..! Εκείνο τό σόϊ πού δέν ηθελε νά ξεχάσει, νά συγχωρήσει, καί νά τού ξεκολήσει από πάνω του, τήν ρετσινιά τού γυιού τού...κλέφτη, γιά μιά χαζαμάρα πού ειχε η δέν ειχε κάνει πρίν πολλά χρόνια  ο  μακαρίτης πατέρας του!-
-Αμαρτίες γονέων βλέπεις! Καί βέβαια , κανείς δέν τόλεγε μπροστά του!  Αλλά  πίσω από τήν πλάτη του,ολοι τό λέγανε. Καί τού Σπύρου τού ειχε μείνει ρετσινιά. Ο γυιός τού κλέφτη ! Ας ειναι ομως , τώρα φαίνεται οτι ολα ξεχαστήκανε, καί ο Σπύρος  αυριο πρωϊ-πρωϊ, Σαββατιάτικα,μέ τό καινούργιο γυαλισμένο καί φρεσκοπλυμένο αμάξι του - μέ κρεμασμένες τίς χάντρες, καί τό σκόρδο γιά τό μάτι --θά εφευγε γιά τό χωριό,γατί  τό ιδιο βράδυ , ειχανε κανονίσει νά λογοδώσουνε  μέ τήν Ελένη.  Ολα ητανε μιλημένα καί ταχτοποιημένα, καί στό χωριό αυτόνε περιμένανε, γιαυτό επρεπε νά φύγει πρωϊ-πρωϊ !
 - Τελειώνοντας τό βράδυ  τήν δουλειά του,παρκάρισε τό κατακόκκινο φρεσκοπλυμένο αμάξι του σέ ενα ησυχο δρομάκι, καί εργένης οπως ητανε , μπήκε στήν κοντινή ταβέρνα , κάτι νά ...τσιμπήσει! Αφού εφαγε ηπιε καί τό κρασάκι του -ισως καί λίγο παραπάνω - κατά τό συνήθειό του, καί σηκώθηκε νά φύγει . Βγαίνοντας από τήν ταβέρνα ο Σπύρος, προχώρησε κατά τόδρομάκι, πού ειχε παρκάρει τό αμάξι του.  Μέ μιάς κρύος ιρώτας τόν ελουσε.  

 -Αμάν, τό αμάξι ! Πού ειναι τό αμάξι ; Κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά, πάνω, κάτω, τίποτα ! Τό αμάξι πού ειναι τό αμάξι ; Αναρωτιέται, χτυπιέται, ρωτάει τούς περαστικούς. Τό αμάξι, ποιός ειδε τό αμάξι; Νά εδώ τό ειχα. Εδώ, εδώ. Τίποτα ομως, κανένας δέν ξέρει τίποτα! 
- Καί ο Σπύρος λύγισε, τά πόδια του, δέν τόν κρατάγανε αλλο. Σωριάστηκε στό πεζποδρόμιο, καί αρχισε νά κλαίει ! Εβαλε τό κεφάλι μέσα στίς παλάμες του, καί εσφιγγε τά μηλίγκια του.Πάει τλο αμάξι μού τό φάγανε μονολογούσε  .Σάν αστραπή σάν φίδι δολερό, πέρασε από τόν νού του, ποι οικονομίες πού εδωσε, καί τά γραμματιάκια πού υπέγραψε .  Καί η Ελένη, τί θά ελεγε η Ελένη, καί ολο της τό σόι ; Ογυιός τού κλέφτη τώρα καί ψεύτης;  ΩχΠαναγίτσα μου, λυπήσου με! Πού ειναι τό αμάξι πού τάχα τούς ελεγε ; Αϊντε τώρα νά τόν πιστεψουνε. Αϊντε νά τούς εξηγήσει, οτι στήν Αθήνα κλέβουνε καί αμάξια, γυαλιστερά καί κόκκινα ! Τρέλα τού ερχότανε, πεμένος στό πεζοδρόμιο, μεχρι πού ενας περαςτικός, τόν σήκωσε, τόν ρώτησε.Τό αμάξι μου κύριε, μού κλέψανε τό αμάξι μου !
 - Σέ λίγο εφτασε καί η Αστυνομία. Ερωτήσεις, ανακρίσεις πολλές, αλλά αμάξι τίποτα! Φεύγοντας ο Αστυνόμος τόν παρηγόρησε. Ηυπηρεσία μας κύριε, θά  προσπαθήσει, νά βρεί τόν κλέφτη. Καί εφυγε. Εγώ τό αμάξι  θέλω κύριε Αστυνόμε, τόν κλέφτη τί νά τόν κάνω ; Καί εμεινε εκεί νά κλαίει, βουβά από μέσα του. Νά θυμάται τά λεφτουδάκια του. Νά σκέφτεται τά γραμματιάκια του.  Αλλά προπαντός τήν Ελένη,  πού επάνω πού τήν κατάφερε νά ειπεί τό ναί , τόν βρήκε η συμφορά !  Πώς νά τούς ειδεί; Πώς νά τούς αντικρύσει; 
- Κατάκοπος, καί κλαμένος πήρε τόν δρόμο πεζός νά γυρίσει στό σπίτι του.  Καί νά σέ λίγο μπροστά του,βλέπει , τί νά  ειδεί; τό αμάξι του !!! Σκούπισε τά μάτια του καλά, μά καλά , μήπως βλέπει ονειρο αλλά ...οχι. Ητανε τό αμάξι του , αραγμένο, γυαλιστερό, καί κατακόκκινο. Τό αγκάλιασε, τό φίλησε,  καί ξανάβαλε τά κλάματα, αλλά τώρα από χαρά. Εκανε τόν σταυρό του. Δόξα σοι ο θεός, δόξα σοιθ ο θεός, τό αμάξι βρέθηκε .
 -Καρτέρα Ελένη σούρχομαι, εβαλε μιά φωνή ! Αλλά οχι αυριο πρωϊ-πρωϊ. αλλά τώρα. Μπήκε στό αμάξι καί εφυγε γιά τό χωριό ολοταχώς. Κόντευε νά ξημερώσει,  καί οταν ηρέμησε , θυμήθηκε πού ειχε αλήθεια παρκάρει τό αμάξι του  καί οχι εκει πού εψαχνε. Τό πάταγε νά φτάσει γρήγορα στήν Ελένη μήν καί τό μετανοιώσει. Καί λίγο εξω από τήν Τρίπολη, ενα περιπολικό τού εκοψε τόν δρόμο. Ο αστυνομιλός τόν εβγαλε εξω από τό αμάξι, καί τού φόρεσε....χειροπέδες!!!  Ο  Σπύρος , εβαλε τίς  φωνές, διαμαρτυρήθηκε , αφήστε με, αφήστε με, βιάζομαι !! Αλλά οι χωροφύλακες, δέν καταλαβαίνουν από τέτοια, καί δέν παίρνουν από λόγια.
 - Παλιοκέφτη, απατεώνα, βιάζεσαι κιόλας, κάνε υπομονή καί τήν  Δευτέρα θά τά ειπείς ολα στόν Εισαγγελέα, καί βλέπουμε!  Υστερα, πήρε τόν ασύρματο καί  εδωσε σήμα. Οβερ, οβερ, κέντρο μέ ακούς; Κλεμένο  κόκκινο αμάξι, ανευρέθη. Οδηγός κρατείται. Δευτέρα  προσάγεται στον εισαγγελέα ! Καί σέ λίγο τό ειπε -- μή καί χάσει -- καί  τό Ράδιο Τρίπολη καί μάλιστα παραφουσκωμένα.  Συνελήφθη σεσημασμένος απατεώνας Σπύρος  Τάδε , από τό χωριό τό Τάδε . Ο  κλέφτης ισχυρίστηκε οτι πήγαινε στό χωριό του νά αρρεβωνιαστεί μέ...κλεμένο αμάξι , τά μούτρα του.
 Τό νέο διαδόθηκε, βούϊξε  τό χωριό , αρχίσανε τά σχόλια εφριξε ο κόσμος. Κλέφτης  ο γυιός τού κλέφτη ! Χά,χά,χα,χά ! Μέ κλεμένο αμάξι θά μάς εκανε φιγούρα σέ εμάς καί στήν νύφη, ο απατεώνας!!
- Δέν σάς τόλεγα εγώ, τό μήλο κάτω από τήν μηλιά θά πέσει, οτι μάθεις δέν ξεμάθεις. Μέχρι καί η Ελένη η αγαπημένη του τού εστειλε τό χαμπέρι, καί τού εριξε τήν πετριά. Νά μήν τόν ειδώ στά μάτια  μου τού παρήγγειλε ! Τόν  κλέφτη, τόν παλιοκλέφτη. Καί μόνος τώρα ο Σπύρος, μέσα από τό κελλί του, αντί γιά δαχτυλίδια τού αρρεβώνα στά δάχτυλα , φοράει χειροπέδες καί περιμένει νά ξημερώσει η Δευτέρα, γιά νά λυθεί η παρεξήγηση , βλάστημάει τήντύχη του, γιά τό ασχημο παιχνίδι πού τού επαιξε γιατί τώρα πού βρήκε τό αμάξι , εχασε τήν Ελένη.    ΑΜΑΡΤΙΕΣ  ΤΟΝΕΩΝ ΠΟΥ ΛΕΝΕ .
                 
                ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 
( πρωτοδημοσιεύτηκε  στά ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ   τόν Οκτώβριο τού 1998 )
                              andrianosleonidas.blogspot.com




                   

                    
Βιάγκρα  καί ...ξερό ψωμί ..!!
Μπορεί κάποιες φορές , νά τήν αποκοίμηζε , καί νά τήν ...αποκούτιενε ηκαινούρια της  τηλεόραση,  τήν θειά μου τήν Μαλάμω. Αλλά φορές-φορές, ακουγε κάτι ειδήσεις  πού γούρλωνε τά μάτια της τέντωνε τά αυτιά της, γιά νά μήν χάσει λέξη από τά λεγόμενα.Πρίν από λίγο καιρό , υό μαντάτο πού ακουσε,  τήν συγκλόνισε πραγματικά. Χοροπήδηξε  στήν καρέκλα της , σάν κάτι νά τήν τσίμπησε, σάν κάτι νά  φτεράκισε μέσα στήν ψυχούλα της. Μιά αισιοδοξία , ενα περίεργο χαμόγελο, φώτισε τό πρόσωπό της.
  Λές, λές νά ειναι αλήθεια ; εφτούνο πού ακουσε ; Λέςνά τούς ηρθε φώτιση, καί νά φτιάξανε, ετούτο τό χάπι ;Μακάρι, καί ο θεός νά δώσει, εσκέφθηκε από μέσα της, εκανε τό σταυρό της, καί από εκείνη τήν ωρα αρχισε τό μυαλό της νά δουλεύει, καί τό μάτι της νά... γυαλίζει!
 - Μά θά ειναι ακριβό σκέφθηκε πάλι . Καί επειδή θά ειναι ακριβό ; Χαρά στό πράγμα, τί πάει νά ειπεί αυτό. Θά πούλαγε μία μαρτίνα καί θά τό αγόραζε!  Ειχε δικαίωμα καί αυτή  στόν ερρωτα οπως κάθε ανθρωπος -- γιατί ξέχασα νά ειπώ -- οτι η θειά μου η Μαλάμω από τήν χαρά τού ερωτα ειχε η δόλια ...αποκρέψει ! Τελευταία φορά πού αρτήθηκε, ητανε πού επιασε τό στερνοπούλι της. Καί τώρα-ζωή νάχει καί τούτο - κοντεύει νά βγάλει τό Γυμνάσιο. Τόσα χρόνια στέρηση πώς νά μήν τό εχει ..κλιμαντήρα! Δίσταζε ομως! Ντρεπότανε βλέπεις ! Αλλά από εδώ τόφερνε, από εκεί τό ειχε, καί ολο τίς τριβέλιζε τό μυαλό της . Τί νάκανε, πώς νά τό εξοικονομήσει ; Νά πάει στήν Μεγαλόπολη στό φαρμακείο καί νά ειπεί δώστε μου ενα κουτί.. βιάγκρα ;; Α μπά, δέν ζουρλάθηκε! Θά βούϊζε ολη η Μεγαλόπολη. Θά γέλαγε καί τό ..παρδαλό κατσίκι !  Γιατί υό βιάγκρα λέπεις δέν ειναι εμπλαστρο , πώς τήν πονάει τάχα μου η μέση της. Ολοι τώρα ξέρουνε τί ειναι. Καί δέν γνωρίζουνε μόνο αυτόι. Γνωρίζουνε καί πολύ καλά  μάλιστα, καί τήν θειά μου τήν Μακάμω, αλλά καί τόν αντρα της, πού πανάθεμά τονε καί αυτόν, τόν κοντοστούπη  πού τόπαιζε καί κόκκορας! Κόκκορας τάχα μου στίς αλλες , καί στά λόγια . Γιατί στήν θειά μου τήν Μαλάμω ητανε κότα, καί μάλιστα κ΄τα ..λιράτη.  Τουλάχιστον αν ητανε κούκος, θά τού εκανε  καί ...κούκου  Αλλά πού τέτοιο πράγμα ! Οσα δέν φτάνει η αλεπού , τά κάνει κρεμαστάρια  πού λέει καί η παροιμία. Αυτά τήν βασανίζανε ημέρες πολλές, ωσπου μία ημέρα, τό πήρε απόφαση!
- Μαλάμω μήν κωλόνεις, ειπε μέσα της. Θά επαιρνε τηλέφωνο τόν αδερφό της , σιαπέρα στήν Αμέρικα , νά τίς τό στείλει από εκεί .Φρέσκο-φρέσκο, θαυματουργό πράγμα Αμερικάνικο, ενα καί ενα!   Σήκωσε τό τηλέφωνο, κατέβασε  - από σέβας - χαμηλά τό τσεμπέρι της λές καί  θά τήν εβλεπε ο αδερφός της από τό τηλέρφωνο , καί πήρε τόν  αριθμό του !! Ας πάει καί τό παλιάμπελο σκεφτότανε. Θά τού τό ελεγε, καί μισή  ντροπή δική της , καί μισή ντροπή  δική του.
- Αλλό, αλλόόόό!  ακούστηκε από τήν αλλη ακρη ηφωνή τού  αδερφού της.
- Πανάγοοο  εσύ εισαι ρέέέέέ ;; 
- Ω γιές, γιές, απολογήθηκε  ο Πανάγος. Εισαι καλά ; Τί κάνει ο αντρας σου ; Ειναι γκούτ; - Τί γκούτ καί  γκούτ ρέ Πανάγο, δέν λές καλύτερα...ξεκούτ !Τί νά σού ειπώ καί τί νά σού  μολογήσω ρέ Πανάγο. Γιαυτό σέ πήρα, καταλαβαίνεις τί θέλω. Τό φάρμακο ρέ μαύρε, τό φάρμακο ρέέέέέέ..! Ο Πανάγος κατάλαβε αμέσως. Ω γιές, γιές, οκέϋ, αντερστέϊν, αντερστέϊν, θά σού τό στείλω αμέσως. Ειναι καλό θά σού κάνει σέξυ!
- Σιγά ρέ Πανάγο μήν μού κάνει κάθε ημέρα από πέντε-εξη, τού απάντησε η Μαλάμω. Ας μού τό κάνει πού καί πού , καί ευχαριστημένη θά ειμαι ! Αντε γειά σου καί περιμένω !
- Πράγματι σέ πέντε-δέκα ημέρες, ο ταχυδρόμος τίς εφερε τό ...θέλημα στήν πόρτα της, παραμονή τής Ανάστασης !!  Ηρθε στήν ωρα του εσκέφθηκε , η θειά μου. Αϊντε νά κάνω καί εγώ η καψερή...ανάσταση. Τό χάϊδεψε, τό πασπάτεψε, τό τήραξε  οπως ο πεινασμένος τό ψητό αρνί υστερα από νηστεία, καί τό εκρυψε  στού βοδιού τό ...κέρατο ! Αρχισε η ερμη νά βλέπει ονείρατα, νά βλέπει φούρνους μέ καρβέλια, οπως λέει καί η παροιμία, η αλεπού κοκορόπλα ονειρεύεται . Μέχρι καί... αταξίες περάγανε από τό μυαλό της, οπως τότε πού  ητανε νιόπαντρη. Θά τό εδινε στόιν αντρα της, θά τόν στούπωνε μέ δαύτο, γιά νά βγάλει τά σπασμένα  πού εχασε τόσα χρόνια . Καί καθώς δέν σκάμπαζε γρί από Αμερικάνικα,  φώναξε από απέναντι , τήν χήρα τήν γειτόνισα πού κάτι  νόγαγε, - τήν ορκισε πρώτα νά μήν βγάλει τσιμουδιά- καί τήν αφησε νά διαβάσει τήγς οδηγίες ..χρήσης.
-Εβαλε τά ματογυάλια της η παμπόνηρη χήρα, καί μού-μού-μού, διάβασε οτι τό φάρμακο  εκανε τό θαύμα του, τρείς ωρες μετά τήν λήψη του, καί συμβούλεψε τήν θειά Μαλάμω , νά τό δώσει στόν αντρα της στήν μία τό μεσημέρι !! Τό ιδιο κιόλας μεσημέρι καί μέ τρόπο καί κρυφά - κρυφά, εριξε δύο χάπια στό φαϊ τού αντρα της. Κούρτισε τό ρολόϊ καί περίμενε στίς τέσερις νά.., νά.., νά,,   Καί σέ λίγο, ακουσε τήν χήρα νά φνάζει τόν αντρα της νά πάει κάτι νά τήν βοηθήσει. Τινάχτηκε η Μαλάμω αλλά τί νά εκανε,  ειχε υποχρέωση βλέπεις καί τόν αφησε νά πάει , αλλά  παρά τήνεντολή της λίγο,  εκείνος αργούσε νά γυρίσει. Από τήν ανησυχία της , βγαίνει στό χαγιάτι νά ειδεί τί γίνεται, καί αμα ειδε τά παντζούρια τής  χήρας ...τουπωμένα  τήν ζώσανε τά μαύρα φίδια . Λές νά τούρθε νωρίτερα, λές νά εκανα λάθος στήν ωρα ;;σκεφτότανε !!
- Καί επάνω εκεί νάτονε καί ξαγνάντισε  ο αντρας της , βρακόνοντας τό ...πανελόνι του, γελαστός καί παραπατώντας. Η θειά Μαλάμω κατάλαβε τί εγινε!! Κατάλαβετό χουνέρι πού  τίς εκανε η λυσιάρα η χήρα η παμπόνηρη., καί τεντώνοντας τά δυό της χέρια εστειλε μία περιποιημένη μούντζα στήν γειτόνισα, ! Νά στά μάτια σου μωρή ...παλιοαντρολλέφτρα, , καί υστερα , γυρνώντας τίς παλάμες της στά μούτρα της,,, ορσε καί εσύ μωρόχαβλη πού πίστεψες τήν χήρα καί περίμενες τό ρολόϊ νά σέ..ξυπνήσει. Ορσε πού σού εφυγε η μπουκιά μέσα από τό στόμα.!
- Βούτηξε τόν ανδρα της από τό μπράτσο, τόν εσπρωξε μέσα στό σπίτι, τόν τάϊσε μέ τό ζόρι  αλλα δύο χάπια, κουκούλωσε τό ξυπνητήρι  μέ τό γουδί , τούπωσε τά παντζούρια της οπως εκανε καί η χήρα - κατι παραπάνω ηξερε -- ξάπλωσε ανάσκελα στό κρεβάτι , καί περίμενε τόν αντρα της τόν Αναστάση, νά τίς κάνει ...Ανάσταση !!

                                                                  ΛΕΩΝΙΔΑΣ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
               ( πρωτοδημοσιεύτηκε  στήν εφημερίδα  ΤΑ   ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  ).
                          andrianosleonidas.blospot.com

 

ΜΑΥΡΟΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ  ΕΚΕΙΝΗ  ΤΗΝ  ΧΡΟΝΙΑ
--Καί τήν περασμένη χρονιά, δέν ητανε καλύτερα. Ητανε  βλέπεις ο καιρός, πού μεγάλη διχόνοια καί φαγωμάρα ειχανε πέσει στόν τόπο! Οσοι τά εζησαν, τά γεγονότα εκείνα, ξέρουν πολύ καλά, οτι ητανε ο καιρός, πού ο πατέρας, σκότωνε τό παιδί του,ο αδερφός τόν αδερφό, πού ντουφέκαγε ο γείτονας τόν γείτονα, γιά...ασήμαντο αφορμή!! Τό  γιατί καί τό πώς, εκτός από εκείνους πού τό μεθοδεύσανε καί αδίστακτα τό εφαρμόσανε, ο απλός κοσμάκης, τίποτα δέν καταλάβαινε, γιά αυτό ουτε καί νά τό εξηγήσει μπορούσε!!  Αυτός,απλά υφίστατο,τίς τρομερές αυτές συνέπειες, καί πλήρωνε μέ τίς θυσίες του,ακόμα καί μέ τό αιμα του,τίς αμαρτίες πού ανερώτηγα κάποιοι...φίλοι φορτώσανε στήν πλάτη του, αναγκάζοντάς τονε, νά σηκώσει τόν  βαρύ  αυτό σταυρό, καί πού -- τί ειρωνία -- τούς πίστεψε, καί τούς θεωρούσε, φίλους καί συμμάχους!!
-- Ητανε πράγματι ο καιρός πού ο φανατισμός καί η κατάρα,γέννησαν καί εθρεψαν τόν εμφύλιο σπαραγμό, καί πού εκείνη τήν εποχή  επήρε στά πάνω του. Τό πολύ μεθοδικά, φτιασιδωμένο ξέσπασμα, ενός παράλογου καί αδικαιολόγητου αδερφοκτόνου μίσους καί πάθους!! Ητανε τό ξεχείλισμα, μιάς χωρίς σοβαρό λόγο καί αιτία, αυτοκαταστροφής τού τόπου μας!! Αλλά ετούτος ο χειμώνας, καί τά μαυροχριστούγεννα τού παγωμένου 1948 ητανε τό κάτι αλλο. Νά πάει καί νά μήν γυρίσει! Ναί νά πάει καί νά μήν ματαξαναγυρίσει, τέτοιος χαμός, καί τέτοια κατάρα, κατά πώς  ελεγαν καί οι μεγάλοι. Γιατί εμείς δεκάχρονα κουτσούβελα, τί μά καταλάβουμε επί τής ουσίας!! Ζούσαμε αυτή τήν κατάσταση, βιώναμε αυτή τήν αναμπουμπούλα, αλλά νά βάλουμε τά πράγματα σέ μία σειρά, δέν μάς ητανε μπορετό! Οτι ακούγαμε από τούς μεγάλους, πού καί αυτοί, από αλλους, τά ειχανε ακούσει,ειπωμένα κατά πώς τούς βόλευε,η κατά πώς τά εξηγούσαν οι ιδιοι,καί ο καθένας μέ τόν δικό του τρόπο.
-- Εφημερίδες, ραδιόφωνο πουθενά, ο καθένας ελεγε οτι τού κατέβαζε η ...κούτρα του, καί οπου λαλούν πολλοί κοκκόροι,τήν πληρώνει ο κοσμάκης, καί τά παιδιά περισσότερο!! Τά πάθη καί τά πρωτόγονα μίση,γενικώς τά ζωώδη ενστικτα τών ανθρώπων, ειχανε βγεί στήν ...λάκα, καί ο καθένας ευρισκε τήν ευκαιρία νά κορέσει τά απωθημένα του. Τά ασχημα νέα,καί τά κακά μαντάτα, - εμείς τά παιδιά - από τούς κρότους τών πολυβόλων, πού κροταλίζανε γύρω-τριγύρω, καί μέσα στό χωριό μας, αλλά καί από τόν απόηχο πού ερχότανε από ολη τήν χώρα τά μαθαίναμε.
-- Ντούβ, ντούβ, ντούβ ,οι κρότοι τών οπλων!! Πόλεμος, πόλεμος, εμφύλιος σέ ολη τήν Ελλάδα !! Ακρη σέ ακρη !! Σέ πολιτείες καί χωριά!! Καί στό χωριό τό δικό μας !! Προσπαθούσαμε νά καταλάβουμε κάτι, από τήν σαστιμάρα, τήν ταραχή, καί τά ξυνισμένα μούτρα τών μεγάλων.Ολοι κρυφομιλάγανε, γιά πολλά καί διάφορα. Ποτέ γιά καλό. Ολο γιά δυσάρεστα! Πάντα γιά σκοτωμούς! Τούτο κάνανε οι καλοί! Τούτο κάνανε οι κακοί! Τούς σκοτώσανε ολους οι αλλοι!

-- Τώρα ποίοι ησαντε οι κακοί,καί ποίοι ησαντε οι καλοί καί οι αλλοι, αυτό ενας θεός τό ηξερε, αν τό ηξερε καί αυτός! Πώς νά τό καταλάβει, καί πώς νά τό ξεχωρίσει ενα δωδεκάχρονο χωριατόπαιδο;; Μονάχα  ακουγε, μπάμ, μπούμ, μπάμ, μπούμ, τά πολυβόλα καί τά κανόνια.  Εκείνη τήν μαυροχρονιά τού 48, τό μόνο πού ητανε ασπρο, ητανε τό χιόνi, τό πυκνό χιόνι,πού σκέπαζε ολο τό χωριό καί τά γύρω βουνά. Τό Κακαβούλι, η Κλινίτσα, ο Κούμπλος, καί τό Διαφόρτι απέναντι ολα χιονισμένα!! Ολούθε χιόνι ! Χιόνι πηχτό ,καί ξεροβόρι δυνατό! Ημέρες τό ....κράταγε ο λυσασμένος βορηάς, πού ηρθε στό κατόπι του. Καί από τά κεραμίδια, καί τούς ...ρέχτες τών σπιτιών,κρεμόσαντε σάν ξεθηκαρομένα σπαθιά τά ...κρούσταλα, ισια μέ ενα μπόϊ τό καθένα!! Παγωμένα τά γύρω βουνά, παγωμένες καί οι ψυχές τών ανθρώπων. Φόβος καί τρόμος, καί πίκρα, στά πρόσωπα τών μεγάλων, πού νογάγανε περισότερο, καί γνωρίζανε τόν κίνδυνο!!
-- Εκείνη τήν νύχτα, τήν τόσο σκοτεινή καί παγωμένη, αξαφνα, καί πάνω στό πρωτοϋπνι μας, κάτι ανθρώπινα σκουξίματα, μπερδεμένα μέ τά αρουλητά τών σκυλιών, καί τό λυσοφύσημα τού παγωμενου αέρα,αγουροξύπνησαν ολη τήν γειτονιά !! Σού ητανε δύσκολο νά ξεχωρίσεις ποίος ουρλιαζε περισσότερο, τά σκυλιά η οι ανθρωποi. Χαμός κυρίου. Τήν κονταυγή, ταραγμένοι ολοι, μάνα καί γείτονες,ελεγαν:: Πήρανε τόν πατέρα, πήρανε καί τόν Γιάννη,καί τόν Γιώργη, καί τόν Λιά, καί τόν Παναγιώτη, καί αλλους.
-- Πoίοι τούς πήρανε μάνα ;οι καλοί, η οι κακοί ; ρωτάγαμε εμείς. Αλλά απόκριση δέν παίρναμε. Καί ενώ κράταγε τό στόμα της κλειστό, δέν μπορούσε νά κανει τό ιδιο μέ τίς βρύσες τών ματιών της, πού ειχανε ανοίξει, καί τά δάκτυά της, νοτίζανε καί αυλακώνανε, υό λιοκαμένο, κουρασμενο, καί αφτιασίδωτο πρόσωπό της. Ερμη μάνα ! Μόνο τό βράδυ, καί κάθε βράδυ,μάς μάζευε γύρω καί κάτω, καί ολοι μαζί ανάβαμε τό καντήλι. Καί υστερα, εκανε τόν σταυρό της! Τόν κάναμε καί εμείς! Καί ο αέρας νά λυσομανάει. Καί τά κανόνια, νά βαρούνε ασταμάτητα! Ντούβ, ντούβ, ντούβ, ντούβ, καί τά πολυβόλα, καί δέν ξέραμε τί αλλος διάβολος , - συγχώραμε θεέ μου- ητανε εκείνο πού σιγοντάριζε τόν παγωμένο βορηά, καί εκανε τό γέρικο  σπίτι νά τρίζει συθέμελα.
-- Τό μαγέρεμα, ειχε αρχίσει νά σώνεται, καί τό παχύ χιόνι, επέμενε νά κουκουλώνει, τά αγριολάχανα, πού πάσχιζε η μάνα μου, νά τά βρεί καί νά χορτάσουμε τήν πείνα μας. Ερμη μάνα!  Καί τά ζωντανά αρχισαν νά ψοφάνε καί αυτά από τήν πείνα τους, τό κρύο, καί τήν κακουχίαΠαραμονές  μαυροχριστούγεννα τού 48. Εκείνη τήν μαυροχρονιά, ακόμα καί η γιαγιά δέν ειχε ορεξη νά μάς ειπεί παραμύθια. Σωθήκανε μάς  ελεγε.Ουτε γιά εκείνο τό βυζαρούδι πού τάχα μου θά γεννιότανε - οπως εκανε κάθε χρόνο στήν φάτνη - δέν μάς ελεγε τίποτα! Μέ τέτοιο χιόνι, καί ξεροβόρι,μέ τόσα κανόνια νά βαρούνε γύρω-τριγύρω του,ορεξη πού τήν ειχε καί αυτό  νά γεννηθεί, σκεφτόμουνα!  Αφού καί αυτός ο παππάς,φοβισμένος, καί τρομαγμένος,ουτε πού ξέραμε πού βρισκότανε,γιατί εκείνα τά μαυροχριστούγεννα, τού 48, τήν καμπάνα δέν τήν βάρεσε! Γιαυτό καί εμείς δέν ειχαμε απαίτηση. Δείχναμε κατανόηση. Κουρνιάζαμε αμίλητα, γύρω από τό μισοσβησμένο τζάκι, εκεί στό παραγώνι, καί μέ τά μάτια ορθάνοιχτα, καί τά αυτιά τεντωμένα, προσπαθούσαμε νά μαντέψουμε τί γινότανε γύρω μας τριγύρω μας.
-- Εκείνο τό βράδυ - θυμάμαι σάν τώρα -τού Χριστού ξημερώνοντας, μιά γειτόνισα, τυλιγμένη στήν μαύρη χοντρή μπελερίνα της, πάτησε τό ζεμπερέκι τής πόρτας, ανοιξε καί μπήκε, κρατώντας κάτι στό ζερβί της τό χέρι. Πάρτο γιά τά παιδιά ειπε στήν μάνα, καί τίς εδωσε μία σακουλίτσα πάνινη,μέ μιά πλωχεριά μπομποτάλευρο!
Καί ο βορηάς νά λυσομανάει,καί τό γέρικο σπίτι νά τριζοβολάει νά πέσει νά μάς πλακώσει, η μάνα νά σραυροκοπιέται, τό μαγέρεμα νά εχει σωθεί, ο ηλιος νά μήν βγαίνει, τό χιόνι νά μήν λυώνει, ο πατέρας νά μήν ερχεται, καί τά κανόνια νά βαρούνε ! Ντούβ, ντούβ, ντούβ, ντούβ! Καί εμείς κάθε βράδυ νά ανάβουμε τό καντήλι, νά κάνουμε τόν σταυρό μας, καί νά απορούμε: Γιατί, γιατί, γιατί;;;
-- Εκείνη τήν μαυροχρονιά, εκείνα τά μαυροχριστούγεννα τού 48,τήν χρονιά τού εμφύλιου πολέμου,πού σκότωνε ο πατέρας τόν γυιό,πού σκότωνε ο αδερφός τόν αδερφό , πού ντουφέκαγε ο γείτονας τόν γείτονα, καί πού καλά καί αγια, τό λέγανε οι μεγάλοι, νά πάει, ναί νά πάει, καί νά μήν ματαξαναγυρίσει!!!  Ντούβ, ντούβ, ντούβ, τά κανόνια !!!

                                    ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η.  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
                                 andrianosleonidas.blogspot.com  
( πρωτοδημοσιεύτηκε  στά ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΗΝΙΚΟΥ )  



                           ΝΤΑΝ - ΝΤΑΝ - ΝΤΑΝ
Δέν ξέρω, αν ο μπάρμπας, ητανε σπαγγόραμα, ο μακαρίτης, αλλά ολοι τό λέγανε. Δέν ξέρω αν ειχανε δίκηο οι μεγάλοι πού τόν λέγανε ...δεκαροχάφτη, φραγκοφονιά, καί ολίγον ...ψεύτη. Σέ εμάς τά παιδιά ομως, οταν τύχαινε κάποιο νιτερέσιο, δέν ειχαμε παράπονο. Ητανε συνεπής καί κράταγε τόν λόγο του. Καί τά μύγδαλα πού μάς εταξε μάς εδινε, οταν τόν βοηθάγαμε νά τινάξει τίς αμυγδαλιές του, λίγα σύκα, ενα τσαμπί σταφύλι, κανα ξεράχλαδο,οταν μάς εβαζε, νά κάνουμε τού κόσμου τής αγγαρείες. Νά καθαρίσουμε τό χωράφι του, από τίς πέτρες, νά τίς κουβαλίσουμε, γιά νά χτίσει μάνδρες. Νά πάμε νά φέρουμε τά αλογα πού ητανε χαμένα στό λόγγο.
-- Ναί, ναί, ναί,   πάντα κάτι μάς εδινε.Πάντα μέ κάτι μάς ξεγέλαγε ο μακαρίτης ο μπάρμπας, πού οι  αλλοι τόν ελεγαν τσιφούτη. Μέ λεφτά ομως ποτέ! Ουτε μία φορά! Αλλά εμείς λεφτά θέλαμε, ο Μαλέας περίμενε! Λεφτά γιά νά πάρουμε καραμέλες. Αμύγδαλα, καί συκοστάφυλα, δέν μάς ελλειπαν. Στό κάτω-κάτω τά κλέβαμε από τά γύρω δέντρα, καί πολλές φορές από τά δικά του τά ιδια. Λεφτά ομως γιά καραμέλες, πού νά βρούμε;  Εεε πού νά βρούμε; Γιαυτό, μία ημέρα τού τό ειπαμε
-- Μπάρμπα, εμείς θέλουμε λεφτά, γιά νά πάρουμε καραμέλες. Φτάνουνε τά συκοστάφυλα, οχι αλλα! Μάς ειχε θερίσει η ευκοιλιότητα από δαύτα. Ο μπάρμπας λοιπόν μάρκα μέ καψες,ουτε πού ξαφνιάστηκε. Λές καί τό περίμενε.  Λεφτά  θέλετε; Ναίίίί, γιά νά πάρετε καραμέλες ; Ναίίίί, Στρογγυλές , μακρουλές, καί γυαλιστερές; Ναίίίί, Τίς θέλετε αυριο; Ναίίίί.  Εν ταξει λοιπόν,θά κουβαλήσεται αυτές τίς πέτρες-ενα μικρό τρόχαλο - καί θά σάς δώσω, εγώ καραμέλες. Αυριο κιόλας, πάω στήν Μεγαλόπολη.! Εν τάξει ; Εν τάξει!!
-- Λαχταρίσαμε εμείς πού θά μάς εφερνε καραμέλες , στρογγυλές, μακρουλές, καί γυαλιστερές  καί μάλιστα Μεγαλοπολίτικες, καί ριχτήκαμε μέ τά μούτρα στήν δουλειά.  Ματώσανε τά χέρια μας,πόνεσε η μέση μας,. Ολη μέτρα στόν υπνο καί στόν ξύπνιο μας,καραμέλες βλέπαμε.Καραμέλες ωραίες, γυαλιστερές στρογγυλές, μακρουλές,τυλιγμένες στό χαρτί νά τριζοβολάνε! Καί περιμέναμε τόν γυρισμό του από τήν Μεγαλόπολη.
-- Ωσπου κατά τό απομεσήμερο, ξαγνάντισε νά ερχεται, στό ξέφωτο, καβάλα στό μουλάρι του. Τρίβαμε τά χέρια μας εμείς, τρέχανε τά σάλα μας, περικυκλώσαμε τό μουλάρι, ορμήσαμε πάνω στό σαμάρι, καί ξεκρεμάσαμε τό σακούλι εκείνο τό φουσκωτό,πού ειχε μέσα τίς καραμέλες, καί περιμέναμε τον μπάρμπα, νά μάς τίς μοιράσει.  Νά μάς γεμίσει τίς χούφτες,!  Νά βάλουμε στίς τσέπες, νά βάλουμε καί στήν κωλότσεπη! Ορε μάνα μου !! Καί εκεί επάνω,ακούμε τόν μπάρμπα νά λέει: 
-- Αχ παιδιά μου τί επαθα, αχ παιδιά μου τί ατυχία! 
--Τί επαθες μπάρμπα; τί επαθες; Τί ατυχία μπάρμπα, τί ατυχία; ρωτήσαμε πέντε στόματα μαζί! 
-- Παιδιά μου, τό πρωϊ πού πήγα στήν Μεγαλόπολη, τί ακούω παιδιά μου, τί ακούω;
-- Τί ακούς μπάρμπα, τί ακούς; ρωτήσαμε πέντε στόματα μαζί! 
--Ακούω τήν καμπάνα νά χτυπάει, ντάν, ντάν,ντάν, πέθανε ο καραμελάς, παιδιά μου, πέθανε ο καραμελάς , θεός συγχωρέστονε  καί εκανε τόν σταυρό του! 
--Αστροπελέκι επεσε στά κεφάλια μας! Συμφορά πού μάς βρήκε. Αλλά τί νά κάνουμε; Τόν πιστέψαμε, κάναμε καί εμείς τόν σταυρό μας, ειπαμε θεός συγχωρέστονε, καί αναθεματίζαμε τήν τύχη μας, πού....πέθανε ο καραμελάς,  καί χάσαμε τίς καραμέλες!! 
                                            ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η.  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
                               andrianosleonidas.blogspot.com
    ( επρωτοδημοσιεύτηκε στά ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ)       






 
    
 



                               




   
===========

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου