ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ (ποιητική συλλογή)






Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Όλοι οι άνθρωποι τo λένε
το φωνάζει ο αέρας
μετά το Θεό στον κόσμο
ότι έρχετ’ ο πατέρας.

Ο Θεός που κυβερνάει
τ' άπειρο και τον πλανήτη
τον πατέρα έχει βάλει
μέσ’ στο σπίτι κυβερνήτη.

Κάθε σπίτι ένας πατέρας
με χαρές το πλημμυρίζει
αυτός χτίζει την αλήθεια
και το ψέμα το γκρεμίζει.

Πατέρας χέρι να πιαστείς
μπράτσο να ακουμπήσεις
ίσκιος για να ξεκουραστείς
αυγούλα να ξυπνήσεις.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΑΧ ΜΑΝΑ

Όλος ο κόσμος απ’ τη μια - κι η μάνα από την άλλη,
σ’ όλη την πλάση δεν θα βρεις - αγάπη πιο μεγάλη.

Όλες οι αγάπες να ειν’ μαζί -           κι η μάνα μοναχή της,
όλες αυτές δεν κάνουνε - καρδιά σαν την δική της.

Αυτή σε φέρνει στη ζωή - αυτή σε μεγαλώνει,
αυτή για σένα αψηφά - κούραση, φόβους, πόνοι.

Αυτή σου δίνει το βυζί - για να σε αναθρέψει
αυτή στις δυσκολίες σου - πρώτη είναι που θα τρέξει.

Αυτή βαστά το χέρι σου - στο πρώτο σου το βήμα,
αυτή για σένα γίνεται - χωρίς ωφέλεια θύμα.

Αυτή σου πρωτοτραγουδά -           αυτή σε νανουρίζει,
αυτή ακούραστα αυτή - εσέ γλυκοκοιμίζει.

Αυτή σε πάει στο σχολειό - να μάθεις να διαβάζεις,
αυτή τα φίδια τηνε τρων - όταν αναστενάζεις.

Μεσ’ στη φουρτούνα της ζωής - η μάνα είναι πυξίδα,
και θάρρος και παρηγοριά - και δύναμη κι ελπίδα.

Από το στόμα την μπουκιά - βγάζει για να σου δώσει,
και το κορμί εμπόδιο - βάζει για να σε σώσει.

Και καρτερεί, και καρτερεί - την μέρα να ζυγώσει
τους κόπους τις θυσίες της - για να τις καμαρώσει.

Κι όταν τ’ αυτιά σου ακούσουνε - την νεκρική καμπάνα,
να το πιστέψεις δεν μπορείς - και στα βαθιά γεράματα,
πάλι μια ημέρα θα ειπείς - …αχ μάνα, που είσαι μάνα!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΙ ΝΑ’ ΝΑΙ;

Να είν’ ο κουμπές του Άγιο-Λιά - ή του Άϊ Γιωργιού το μάτι
που όντας μπαίνω στο χωριό - νιώθω καρδιά γεμάτη;

Μήπως τα βράδια του Μαγιού - του Αυγούστου το φεγγάρι
μην είν’ του χόρτου η μυρωδιά - των κοριτσιών η χάρη;

Μήπως προβέντζας φύσημα - η βόλτα στο αλώνι
μήπως του Γρύλου το άκουσμα - το κλάψιμο του Γκιώνη;

Μην είν’ τα γέλια π’ άκουγα - στις γειτονιές στις ρούγες
που σπάν’ του χρόνου τα δεσμά - και δίνουνε φτερούγες;

Μην είν’ τα αστέρια του ουρανού - Αυγερινός και Πούλια
μήπως προβάτων βέλασμα - χιλιάδες τσιροπούλια;

Να είναι τάχα το Σχολειό - που στέκει στην πλατεία
ή τα πολλά πειράγματα - των χωριανών κι αστεία;

Μήπως θυμούμαι που ήμουν νιος - θυμούμαι το ακόμα
ή τάχα που με ξέρουνε - οι πέτρες και το χώμα;

Λέτε ο τάφος των γονιών - π’ ανάβω το κερί μου
μήπως και η πολλή χαρά - όπου πατώ την γη μου;

Ίσως του φίλου η μιλιά - του χωριανού ο λόγος
ίσως ο δρόμος ο στενός - και ο πυκνός ο λόγγος.

Θαρρώ το σπάρτο το ανθηρό - θαρρώ η ματζουράνα
θαρρώ ο ήχος ο γλυκός - που βγάζει η καμπάνα.

Μάλλον του Αυγούστου εικοσιεννιά - του Άϊ Γιαννιού η χάρη
μάλλον το ηλιοβασίλεμα - που μ’ έχει συνεπάρει.

Δεν ξέρω! Αφήστε δεν μπορώ - διόλου να κλείσω μάτι
είναι αυτά κι άλλα πολλά - που ‘χω καρδιά γεμάτη.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΧΩΡΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΙΟ

Χωριό Ελληνικό χωριό, - όχι σαν όλα τα άλλα,
χωριό που μεγαλώσαμε - με όνειρα μεγάλα.

Στα όμορφα δρομάκια του, - τα χιλιοπατημένα,
πολλοί τα συριανήσανε, - κι εγώ μαζί με σένα.

Γλυκιές αξέχαστες βραδιές, - τα ανέμελα τα χρόνια,
χοροί τραγούδια στο σχολειό, - πιλαλητό στ’ αλώνια.

Στο διάλειμμα σαν βγαίναμε, - κι αρχίζαμε το «σιάνι»
πολύ εκουραζόμαστε, - μα ποιος να πει το «φτάνει».

Η Τούλα και ο Κωνσταντής - ο Λιάς με τον Αντρέα,
η Νίτσα και η Φωτεινή, - όλοι μαζί παρέα.

Στους δρόμους μέσα στο χωριό, - μπουλούκια μαζεμένα,
ξυπόλητα πηλαλάγαμε - και όχι ποδεμένα.

Το δειλινό στη γειτονιά, - που είχαμε το στέκι,
η κόρη προίκα να κεντά - και η γιαγιά να πλέκει.

Του Άγιου Λια σαν βάρηγε, - εσπερινό η καμπάνα,
στο σπίτι μαζευόμαστε - να μας μετρήσει η μάνα.

Και όταν πια σουρούπωνε, - παιγνίδια χορτασμένα,
ξερό ψωμί ετρώγαμε, - κι είμαστε ευτυχισμένα.

Βόλτες, χορός και γέλια, - αίσθηση παραδείσου,
και φεγγαρόλουστες βραδιές, - στ’ αλώνι του Γυφτομήτσιου.

Όποιος γεννήθη στο χωριό, - το αλώνι αυτό το ξέρει,
γιατί απ’ εδώ πρωτάρχισε, - ν’ αναζητά το ταίρι.

Τον Μάη στεφάνια πλέκαμε, - κορίτσια, αγόρια, φίλοι,
με διάφορα αγριολούλουδα, - μπόλικο χαμομήλι.

Και στο χορό σαν έπιανα, - μιας κοπελιάς το χέρι,
καρδιά μου πώς φτεράκαγες - σαν να ‘σουν περιστέρι.

Και τότε αυτή χαμήλωνε, - τα μάτια της στο χώμα,
και μου σιγοψιθύριζε, - ρε συ με θες ακόμα;


Όμορφες παιδικές ψυχές, - στο πρώτο «λάλημά» σας,
πολύ το θέλω να βρεθώ, - κάποια στιγμή κοντά σας.

Τώρα χωριό μου τι ζητώ, - εγώ από εσένα;
να ξαναρθούνε όλα αυτά, - που είναι περασμένα;

Ας ήταν να ξανάκουγα, - τραγούδια του χωριού μας,
κι αγιόκλημα να μύριζα, - του τόπου του δικού μας.

Της ακακίας το άρωμα, - της κούρμπελης αντάμα,
τα δυο αυτά να μυριστώ, - ευχή κάνω και τάμα.

Του απριλομάη τα λούλουδα, - την μυρουδιά του ασβέστη,
τον παπα-Γιώργη να ακώ, - να ψέλνει Χριστός Ανέστη.

Για λίγο να κατέβαινα, - στου Μούκα την ταβέρνα,
να μου ειπούν καλώστονε, - κάτσε να πιεις και κέρνα.

Του Λάμπη Τόμπρου το βιολί, - ξανά για μας να παίξει,
κι όλοι να μπούμε στο χορό, - ποιος να πρωτοχορέψει.

Και στου Μαλέα απέναντι, - να πάω για στραγάλια,
που τα κλιμαντιριαζόμουνα, - και μου ‘τρεχαν τα σάλια.

Τον Τόμπρο Γιώργη θέλω τον - να βλέπω να σωφάρει
να του ζητάμε όλα εμείς - στ’ αμάξι να μας πάρει.

Τον Παναγιώτη Βαλαχά - ποτέ να μην θυμώνει
ορμήνια δε και συμβουλή - να ‘χει φροντίδα μόνη.

Όλους τους θέλω να τους δω - αλήθεια κι όχι πλάκα
να ειδώ τον Λια τον Ανδριανό - να στρίβει την μουστάκα.

Καρδιά, κορόιδο μη ζητάς, - παράδεισους χαμένους,
περάσανε και φύγανε, - και πεσ’ τους πεθαμένους.

Όσο κι αν θέλεις, δεν μπορείς, - κλεισμένη στο καβούκι,
ν’ ακούσεις να σου κελαϊδά - του Μήτσιου το μπουζούκι.

Στ’ αγαπημένα σου στενά, - τότε λιθοστρωμένα,
τώρα τσιμέντο κι άσφαλτο, - μα όμως ρημαγμένα.

Το στήθος τώρα σφίγγεται, - με πιάνει ένας πόνος,
παρέα μου που σκόρπισες, - σε διάλυσε ο χρόνος.

Τώρα γλεντούν οι χωριανοί, - χτυπώντας παλαμάκια,
αλλά όχι μέσα στο χωριό, - μα κάτω στα …παπάκια!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΕΛΕΓΑ

Πώς να ήτανε φτερά Μουλάτσι μου, - να είχα να πετάξω,
κι αλάργα από σένανε - να πάω να αράξω.

Να φύγω απ’ το χώμα σου - να πάω σ’ άλλον τόπο,
νομίζοντας ότι εκεί - θα ζήσω δίχως κόπο.

Εκεί έλεγα Μουλάτσι μου, την ζήση μου να ζήσω,
ξένα βουνά και θάλασσες - εκεί να ερωτευθώ.

Αυγές, κι ωραία σούρουπα, - ξένα να αγαπήσω,
και τους Απριλομάηδες, - εκεί να τους γευτώ.

(ΕΙΠΑ)

Μα τα ψηλά σου τα βουνά, - Μουλάτσι μου εκείνα,
που χάιδεψε το μάτι μου, - σαν λάγνος εραστής,
και στις κορφές τους μάζευα, - βιολέτες κι άγρια κρίνα,
πως ήβρα αλλού κι αγάπησα, - μην λάχει και το ειπής.

(ΛΕΩ)

Όχι μακρυά σου δεν βαστώ, - την δύση μου να ζήσω,
όχι μακρυά σου δεν μπορώ, - τα μάτια μου να κλείσω.
Θέλω το φως, τον ήλιο σου, - στερνή μου συντροφιά,
στ’ ωραίο πανηγύρι σου, να ‘ρθω για να γλεντήσω,
και στον γονιών τον τάφο τους - σκυφτός να προσκυνήσω.
Στους λόγγους σου, τους όμορφους - ξανά να συριανίσω,
κι απ’ των πηγών σου το νερό, - Μουλάτσι μου γλυκό,
να λούσω το κεφάλι μου - μ’ αυτό να δροσιστώ.
Στα όμορφα ξωκλήσια σου, - κερί να ‘ρθω ν’ ανάψω,
να θυμηθώ που ήμουν παιδί, - και μέσα μου να κλάψω.
Και σαν έρθει η ώρα πια, - μπροστά στην πύλη του Αγιολιά
στην κεφαλή άσπρα μαλλιά - να ρίξω γύρω μια ματιά,
συγχώρηση ζητώ παιδιά, - κι από το χέρι του παπά,
να λάβω ακόμα μια φορά
την τελευταία, τη στερνή - στερνή ματαλαβιά.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΑΠΟΨΕ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΑ

Απόψε με ξενάγησε - ο Μορφέας στο χωριό μου
και έζησα πολλές στιγμές - μέσα στο όνειρό μου.

Με πήγε ο νους μου μακριά - σε μέρη αγαπημένα
μα δεν τα βρήκα σαν αυτά - που είχα αφημένα.

Πήγα στο σπίτι των γονιών - εκεί που είχα ζήσει
αλλά δεν ήτανε κανείς - να με καλωσορίσει.

Βγήκα μια βόλτα στην αυλή - μήπως τους δω λιγάκι
αλλά μου είπαν έφυγαν - έχουν αλλού κονάκι.

Πήγα να ειδώ και το σχολειό - και την κυρά δασκάλα
και όλα τ' άλλα τα παιδιά - που παίζαμε τραμπάλα.

Μα το σχολειό μου το καλό - που είχα μαθητεύσει
από την εγκατάλειψη - πάει να καταρρεύσει.

Και η δασκάλα έλειπε - και τα παιδιά φευγάτα
και το σχολειό απόμεινε - χωρίς ζωή και νιάτα.

Πήγα πιο ‘κει στην εκκλησιά - ν’ ανάψω ένα κεράκι
Θεέ μου πώς περάσανε - τα χρόνια σαν νεράκι.

Να χάνεται η νιότη σου - είναι μεγάλος πόνος
αλλά έτσι τ' αποφάσισε - ο πανδαμάτωρ χρόνος.

Για μια στιγμή διαλύθηκε - το όνειρο, το πάθος
κι έμεινα ‘γω να σκέπτομαι - στην βόλτα μου μονάχος.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΑΛΗΜΕΡΑ

Να ξυπνάς το πρωί, και να λες καλημέρα,
στα πουλιά, στα κλαριά, στον αέρα.
Να ξυπνάς το πρωί, κι η καρδιά σου να λέει Καλημέρα.
Να τραβάς την κουρτίνα, και να μπαίνει το φως, να σου λέει Καλημέρα.
Την ψυχή σου ν’ ακούς, να σου λέει Καλημέρα.
Καλημέρα σ’ εσάς, Καλημέρα σ’ εμάς, παντού του Θεού Καλημέρα.

Να ξυπνάς το πρωί, τον καθρέπτη να βλέπεις, να του λες Καλημέρα.
Να ακούει το πουλί, να λαλεί στο κλαρί, να σου λέει Καλημέρα.
Να σηκώνεις τα χέρια, ν’ ακουμπάς το φεγγάρι,
και τα δυο σου τα πόδια, να πατάνε χορτάρι.
Και ο ήλιος που λάμπει ψηλά, κι αυτός Καλημέρα.
Καλημέρα σ’ εσάς, Καλημέρα σ’ εμάς, παντού του Θεού Καλημέρα.

Να μυρίζεις την γλάστρα, να σου λέει Καλημέρα.
Να κοιτάς τις εικόνες, να σταυρώνεις τα χέρια, και να λες Καλημέρα.
Στο μπαλκόνι να βγαίνεις, τους γειτόνους να βλέπεις, να τους λες Καλημέρα.
Να φυσάει τ' αγέρι, Καλημέρα, σε όλους να φέρει.
Να ακούς τα σπουργίτια, να σου λένε κι αυτά,
τρεις μεγάλες ευχές για την άλλη μέρα.
Καλημέρα σ’ εσάς, Καλημέρα σ’ εμάς, παντού του Θεού Καλημέρα.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΘΥΜΗΣΕΣ

Μας χώρισαν οι δρόμοι της ζωής,
που τράβηξ’ ο καθένας να βιώσει,
μακρύς ο δρόμος της επιστροφής,
κι αργεί πολύ, κι αυτός να τελειώσει.

Κι όταν γυρίζει ο νους μου στα παλιά,
απ’ της ζωής την πείρα φορτωμένος,
στους δρόμους της παλιάς μας γειτονιάς,
θαρρώ, πως είμαι άγνωστος και ξένος.

Ψάχνω να βρω, τις παιδικές μου συντροφιές
τους συνομήλικους, στης μνήμης το καντήλι,
μα δεν ακούω, γέλια και φωνές,
στον Άγιο-Λια, που παίζαμε το δείλι.

Σε μια λαχταρεμένη επιστροφή,
που κάνω νοερά με το μυαλό μου,
εσένανε θυμάμαι πιο πολύ,
στο σταυροκόπημα, που κάνω σε καλό μου.

Πατώ στις μύτες των ποδιών προσεκτικά,
καθώς τον νου μου, τον γυρίζω πίσω,
τις όμορφες, τις μνήμες τις αλλοτινές,
καθώς πατώ, μην λάχει και τις σβήσω.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥΛΑΤΣΙΩΤΙΣΑ

Μητέρα Μουλατσιώτισα - σαν Παναγία ίδια,
έτσι εγώ σ’ εγνώρισα - έτσι εγώ σε είδα,
να δίνεις την ψυχούλα σου - μαζί με το ψωμί
να ‘σαι το αποκούμπι μας - στην δύσκολη στιγμή.

Μέσα στην κάψα στην βροχή - εσύ στεκόσουνα ορθή
κρατώντας περιστέρια - στα άγια σου τα χέρια
την νάκα σου στον ώμο
να δείχνεις στα βλαστάρια σου - το μονοπάτι το σωστό
της προκοπής το δρόμο.

Κι όταν ασπρίσαν τα μαλλιά - και σ’ έφαγε η μοναξιά
αυτά τα ίδια σου παιδιά - σου αφαιρέσαν την μιλιά.
Σταμάτα, πάψε είσαι γριά - εσύ δεν πρέπει να μιλάς
μόνο ν’ ακούεις μόνο.
Κι εσύ ορθή, κι εσύ στητή - ποιος ν’ ακούσει τι θα ειπείς,
τότε θυμήθεις τα παλιά - είπες μονάχα αχ παιδιά
και πνίγηκες στον πόνο.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΑΝΕ ΚΙ ΕΣΥ ΕΝΑ ΣΤΑΥΡΟ

Μοιάζει να άρχισ’ από χτες
αυτό που γράφουν οι γραφές
πόλεμος όλεθρος χαμός
μίσος σφαγή κατατρεγμός.

Σφάζει αδελφός τον αδελφό
έχει το γυιο η μάνα εχθρό
η ορφάνια γέμισε τη γη
κι η προσφυγιά μαυροφορεί.

Τρέχουν τα αγρίμια να κρυφτούν
να φύγουν σ’ άλλους τόπους
τρομάξανε και φεύγουν πια
μακρυά απ’ τους ανθρώπους.

Κάνε κι εσύ ένα σταυρό
να σταματήσει το κακό,
κάνε κι εσύ μια προσευχή
ν’ ανοίξουνε οι ουρανοί.

Να ξεχαστούνε οι εχθροί
όλοι να γίνουν φίλοι
ν’ ανθίσουν τα τριαντάφυλλα
να βγει το χαμομήλι.

Κάνε κι εσύ ένα σταυρό!
Κάνε κι εσύ ένα σταυρό!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΡΑΥΓΗ

Δεν μπορώ, στην ρημάδα, την πόλη να ζήσω,
που τα χτίρια τα ψηλά,
τον ήλιο μου κρύβουν και φεγγάρια κι αστέρια ποτέ
να ειδώ δεν μ’ αφήνουν.

Δεν το μπορώ κάθε ημέρα,
μπουλούκια ανθρώπων να με προσπερνούνε,
μα καλημέρα και γεια σου, τα αυτιά δεν ακούνε,
και που χρόνια χαμόγελο έχουν,
τα θλιμμένα μου μάτια, να ειδούνε.

Δεν το μπορώ, μονάχος να είμαι,
με αυτούς που τα ίδια προβλήματα έχουν,
και να βλέπω δα, πως και τούτοι,
σαν κι εμένα ατέλειωτα τρέχουν,
με κρυφά τα πολλά μυστικά τους,
κι όμως κουράγιο να έχουν.

Μόνο θέλω ν’ αλλάξω όλα ετούτα,
με το φως, με τον ήλιο, τη φύση,
την ζωή μου να ζήσω πριν όλη μου φύγει,
την αγάπη, το γέλιο, τη χαρά να χορτάσω…
ότι αγαπάω και με τρέφει, δεν θέλω να χάσω,
ας βιαστώ, ας νοιαστώ μη και δεν τα προφτάσω.

Τους σοφούς τους ανθρώπους, του πλανήτη ρωτάω,
να μου ειπούνε, αν τάχα γνωρίζουν κι εκείνοι,
το ποιος είμαι, τι ψάχνω, πού πάω,
στη γη εδώ πάνω,
τι ήρθα να κάνω, πού πατώ πού τραβάω.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΑΙ ΗΤΑΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΚΕΙ

Μια οικογένεια καθιστή - γύρω απ’ το τραπέζι
παππούς γιαγιά λευκόμαλοι - σε όλους σεβαστοί
και ο πατέρας χαρωπός - με τα παιδιά του παίζει
κι η παιδομάνα γελαστή - γλυκειά σαν πετιμέζι.

Στο εικονοστάσι στη γωνιά - η φλόγα παιχνιδίζει
η Παναγιά από ψηλά - μοιάζει να ευλογεί
το φτωχικό το δείπνο τους - που ευωδιά μυρίζει.

Το τζάκι στέλνει ζεστασιά - στο φτωχικό το σπίτι
έξω νιφάδες του χιονιού - στο τζάμι το σπουργίτι
κάτι ζητά κι αυτό εκεί - την πείνα να χορτάσει
είναι η μέρα γιορτινή - πρέπει να ξαποστάσει.

Και ήταν ο Χριστός εκεί - και μοίραζε ψωμί
μα να τον δούνε δεν μπορεί
και ήταν ο Χριστός εκεί - και κέρναγε κρασί
μα να τον δούνε δεν μπορεί.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΙ ΝΑ ‘ΓΙΝΑΝ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ;

Τι να΄ γίναν οι φίλοι μου; - τα φιλαράκια τα καλά,
αντάμα όπου παίζαμε - σαν είμαστε παιδιά;

Τα σπουργιτάκια τα μικρά, - ένα εδώ κι΄ άλλο εκεί,
τότε που χωριστήκαμε, - στο σταυροδρόμι της ζωής;

Ποια στράτα αλήθεια πήρανε; - και τάχα τι απογίνανε;
τα πιο όμορφα κορίτσια, - τα γελαστά παιδιά,
με τα μεγάλα όνειρα, - και την χρυσή καρδιά;

Του γέλιου τους ο σάλαγος - ποιος ξέρει π΄ αγροικιέται;
και όταν τους αναζητώ, - κανείς δεν απλογιέται.

Πόσοι όνειρα γευτήκανε; - και πόσοι πικραθήκανε;
δραπέτες όταν γίναμε, - από τα στέκια τα παλιά,
σμάρι θαρρείς πως είμαστε, - ξενητευτά πουλιά.

Σκορπίσαμε, - κι ούτε ματαβρεθήκαμε,
στον δρόμο του ο καθένας, - άλλοι προκόψανε πολύ,
κι άλλοι προκόψαν λίγο,  - κι άλλοι από μπόρα δυνατή,
επέσανε γονατιστοί.

Κανένας δεν πομπεύτηκε, - κακό δεν έβγαλ΄ όνομα,
καμιά δεν παραστράτησε, - κανείς δεν ελασπώθηκε,
κι όλοι τους μείναν παστρικοί.

Κάποιοι ταξίδεψαν μακριά,- μέσα στην νύχτα την βαθειά,
έγιναν λέει άγγελοι, - και βγάλανε φτερά.

Τώρα, καινούργια πρόσωπα, - βλαστάρια τους θε να΄ ναι,
πατάνε στα αχνάρια τους,-  και το χωριό κρατάνε.

Νέα κορίτσια δροσερά, - με ξέπλεκα μακριά μαλλιά,
και παλικάρια αμούστακα, - αντάμα με αυτά,
αγώνα κάνουνε τρανόν,- με την ορμήνια των γονιών.

Ένα, δύο, τρία κανένα δεν γνωρίζω, - μα τα καλημερίζω,
με βουρκωμένη την ματιά - τρέχει η σκέψη στα παλιά,
κι΄ όλο ρωτά κι΄ όλο ρωτά:

Που πήγανε; Τι γίνανε; - τα φιλαράκια τα καλά,
τα πιο όμορφα κορίτσια, - τα γελαστά παιδιά,
με τα μεγάλα όνειρα, - και την χρυσή καρδιά;

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


Ο ΧΡΟΝΟΣ

Τον χρόνο τον εκάκιωσαν - τάχα ψυχή δεν έχει
ότι δεν στέκει μον’ περνά - μον’ προχωρεί και τρέχει
κι αφήνει πίσω λεβεντιές - κι αφήνει πίσω νιάτα.

Κι ο χρόνος όπου τ' άκουσε - και θυμωτός λογιέται
σαν άνθρωπος εμίλησε - σαν άνθρωπος μιλάει.

Εσείς που λέτε να σταθώ - ευθύς ν’ αποκριθείτε
ποιο μήνα θέλτε να σταθώ - ποια ημέρα και ποια ώρα;

Γιατ’ αν σταθώ την Άνοιξη - στάχυ δεν θα μεστώσει
δεν ωριμάζει φρουτικό - σταφύλι δεν γλυκαίνει.

Στο Καλοκαίρι αν θέλετε - δεν βρέχει δεν χιονίζει
ο ήλιος είναι καυτερός - τη γη την τσουλουφρίζει.

Αν κάτσω το Φθινόπωρο - κλαδιά δεν θα’ χουν φύλλα
κι αν βρέξει μια και δυο φορές - η γη δεν ξεδιψάει.

Μα το Χειμώνα αν σταθώ - λουλούδι δεν θ’ ανθίσει
πουλί δεν θα ‘βγει στο κλαρί - να γλυκοκελαηδίσει.

Και αν σταθώ στ’ αρσενικά - κι εκείνα θα κακιώσουν
γιατί κι εκείνα βιάζοντε - θέλουν να μεγαλώσουν
για να γενούνε έφηβοι - άνδρες καμαρωμένοι
να στρίβουν το μουστάκι τους - να παν στο πανηγύρι.

Κι απέ τα κοριτσόπουλα - πότε θα μεγαλώσουν
πότε θα γίνουν λυγερές - πότε θα ομορφύνουν
να χτενιστούν να στολιστούν - να βγούνε στο σεργιάνι
για νά βρουνε το ταίρι τους - να βάλουνε στεφάνι
οπού κι εκείνες βιάζονται - μανούλες να γενούνε.

Μόνο οι γέροι κι οι γριές - εκείνοι θα χαρούνε
γιατί ο χρόνος σταματά - παύουνε να γερνούνε
κι από κρικέλι σταθερό - ψάχνουνε να πιαστούνε
να κρατηθούν με σιγουριά - ο χάρος να ξεχάσει
να ξαναζήσουν μια φορά - απ’ την αρχή την ζήση
γιατί παρά τα βάσανα - πάλι η ζωή γλυκιά είναι.

Και τώρα απόκριση ζητώ - πέστε μου τι να κάνω
γιατί αν πρέπει όλα αυτά - φεύγω για δεν… προκάνω!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ



  • ΜΗΝ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΜΑΖΙ...
  • Μήν πάρεις πράγματα  μαζί,τί νά τά κάνεις ;
  • Εκεί πού πρόκειται νά πάς, δέν χρειάζονται.
  • Μήν πάρεις πράγματα μαζί, θά σέ βαραίνουν
  • Εκεί πού πρόκειται νά πάς,αυτά θά περισσεύουν
  • Μήν πάρεις πράγματα μαζί,θά σέ κουράσουν
  • Εκεί πού πρόκειται νά πάς,πέραση αυτά δέν θάχουν
  • Μήν πάρεις πράγματα μαζί,κανείς δέν πήρε τίποτα
  • Εκεί πού πρόκειται νά πάς,περσεύει καί τό τίποτα
  • Μήν πάρεις πράγματα μαζί,ουτε ομπρέλα
  • Εκεί πού πρόκειται νά πάς,δέν θά υπάρχει εννοια
  • Πάρε μονάχα αν μπορείς,λίγη συγνώμη 
  • Αυτή ειναι πού σού χρειάζεται ακόμη
  • Πάρε μονάχα αν μπορείς , καί λίγη λήθη
  • Αυτή ειναι τόσο ευκολο, φρόντισε  μήν σού λείπει
  • Πάρε μονάχα αν μπορείς,λίγη μετάνοια
  • Αυτή ειναι απαραίτητη,καί μήν δηλώνεις αγνοια
  • Πάρε μονάχα αν μπορείς ,λίγη αγάπη
  • Θά τήν χρειαστείς σάν στό φαϊ,πού ρίχνεις τό αλάτι
  • Πάρε μονάχα αν μπορείς,πνευματικά καί αϋλα
  • Σ'  ΑΥΤΆ ΜΗΝ ΒΑΖΕΙΣ ΜΕΤΡΟ
  • Αυτά καί  μόνο θά χρειαστείς,οταν μιά μέρα θά βρεθείς 
Μπροστά στόν Αγιο Πέτρο  

                                                        ΛΕΩΝ. Η . ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ





ΓΙΑΤΙ ΕΡΗΜΩΝΟΥΝ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

Γιατί ερημώνουν τα χωριά - γιατί παραμελούντε;
γιατί αδειάζουν οι γειτονιές - και πια δεν κατοικούντε;
γιατ’ αν περάσεις το πρωί - άνθρωπος δεν γροικιέται;
και το μουντό απόβραδο - παράθυρο δεν φέγγει;
και ούτε και στο χάραμα - κοκόρι δεν λαλάει,
και το Σαββατοκύριακο - καμπάνα δεν χτυπάει.

Βλέπεις το έρημο σχολειό - μ’ αυλή χορταριασμένη,
δάσκαλοι δεν διδάσκουνε - και μαθητές δεν παίζουν,
στην βρύση κόρες δεν θα ειδείς - νερό να παν’ να φέρουν
κι ούτε στους φράχτες κρέμοντε - προικιά μοσχοπλυμένα.

Έτσ’ είναι και ο άνθρωπος - εις τα γεράματά του,
φεύγει η ζωή του τρέχοντας - κι αυτός την αγναντεύει,
η λεβεντιά του χάνεται - τα νιάτα τον αφήνουν,
στην σκόλη δεν στολίζεται - και στον χορό δεν μπαίνει,
στους γάμους δεν τονε καλούν - δεν τον αναζητάνε,
τα λόγια του είναι βαρετά - κι μόνο ορμήνιες λέει,
και μοναχός του περπατεί - κι όλο μονολογάει,
πως γρήγορα περνά ο καιρός - πως γρήγορα κι η νιότη
και πόσο ψεύτρα η ζωή - που τον εγκαταλείπει.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΠΑΡΚΑΡΙΣΕΣ

Παρκάρισες, στον δρόμο της ζωής,
κλειδώθηκες καλά στον εαυτό σου,
θυμάσαι, που και που κάποιες χαρές,
γεμίζοντας μ΄ όνειρα το κενό σου.

Στην ερημιά σου τώρα πλέον ζεις,
θαρρείς πως τούτο είναι για καλό σου,
το τέλειο που έψαχνες να βρεις,
εφιάλτης σού γινε, για πάντα στο μυαλό σου.

Σουρούπωσες σε μαύρο ουρανό,
ψάχνεις να βρεις τ΄ αστέρια μοναχός σου,
χωρίς παρέα βρέθηκες μες΄ στο κενό,
και να γνωρίσεις προσπαθείς τον εαυτό σου.

Τον εαυτό σου πού καμες Θεό,
και του φτιάξες τον θρόνο της απάτης,
τον τάισες με μπόλικο, μα ψεύτικο εγώ,
και θέριεψε, και σου γίνε δυνάστης.

Με σύρμα έφραξες αγκαθωτό,
το είναι σου, κανείς μην στο πειράξει,
και στα στερνά σου τώρα προσπαθείς,
όλο τον βίο σου, να βάλεις σε μια τάξη.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

Τον χρόνο να τον σταματήσω,
τον κόσμο ολάκερο να τον γνωρίσω,
την άνοιξη για πάντα να την κρατήσω,
την δροσιά της να την αιχμαλωτίσω.

Του κακού το ποτάμι, να πισωγυρίσω,
των ανθρώπων το μίσος, να σβήσω,
τις κακές τις βουλές τους, να περιορίσω
τα βουνά τα καμένα, να τα πρασινίσω.

Καινούργιες σελίδες, στην ζωή να γυρίσω,
και το κάθε κακό να το αφανίσω
τα λάθη μου όλα αν μπορώ να τα σβήσω
και την όποια μου πείρα, στους νέους ν΄ αφήσω.

Όλον μα όλον, να αλλάξω τον κόσμο,
να τον βάλω το θέλω, στον ίσιο το δρόμο,
μακριά απ΄ το μίσος, την βία, τον τρόμο.

Να θρονιάσω ψηλά ότι αξίζει,
κι η αλήθεια ποτέ, να μην φοβίζει,
σαν κορώνα ψηλά, να λαμπυρίζει.

Να φυλάγομαι, από τον εαυτό μου,
περισσότερο, και από τον εχθρό μου,
να μάθει ο καθένας, πριν πάρει να δίνει,
μονοπάτι ν΄ ανοίγει, να περνά η ειρήνη.

Να μοιράσω ότι καλό, στην ζωή μου επήρα,
να δεχτώ, ότι μου έχει γραμμένο η μοίρα,
την απλή μου την σκέψη, να βάλω σε τάξη
τα φτωχά όνειρά μου, να γίνουνε πράξη.

Τον κακό εαυτό μου, να τον συνετίσω,
και για όλα αυτά, να βαλθώ να παλέψω,
και να προσπαθήσω.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΟΜΟΡΦΗ ΝΥΧΤΑ

Τι γλυκειά και ωραία,
η νύχτα που είναι ετούτη,
να την νοιώσεις, παράδες,
δεν θέλεις, μα ούτε και πλούτη.

Την καρδιά σου ν’ αφήσεις,
πάνω ‘κει να πετάξει,
στο φεγγάρι, στ’ αστέρια
στ’ ουρανού μας την τάξη.

Και μοναχά για λίγο,
να ευχηθείς να ελπίσεις,
κι όσα αστέρια χρυσά,
να βαλθείς να μετρήσεις.

Ομορφιά στην ψυχή σου,
αν μπορέσεις να νοιώσεις,
είναι ώρα και πρέπει
τώρα πριν μετανιώσεις.

Τη γαλήνη ετούτη,
τι καλά να χορτάσεις,
μα σε λίγο φωτίζει,
πρέπει και να προφτάσεις.

Μην αφήνεις τις έννοιες
στο μυαλό σου να μπουν,
γιατί θα ‘ρθει ο ήλιος,
και να βγουν δεν μπορούν.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΝΟΙΞΗ

Άνοιξη γλυκιά
- που ήρθες να ανοίξεις τα μπουμπούκια
των κλαδιών και των λουλουδιών.
- Που ήρθες να ανοίξεις τα γλυκόλαλα χείλη
των πετεινών και των ζουζουνιών.
- Που ήρθες να ανοίξεις τα τουπωμένα παράθυρα
των ανήλιαγων σπιτιών,
τα φτερά και την αυλαία
της ελπίδας και των προσδοκιών.
- Μοίρασε και μην κρατάς
παρακαλώ σε
την ομορφιά για σένα μόνο.
- Μοίρασε και σκόρπισε
παρακαλώ σε
το θεϊκό σου χαμόγελο όλο το χρόνο.
- Και άνοιξε άνοιξη ξανθή - αφού εσύ μπορείς
τις χιλιοκλεισμένες, από τα πάθη ψυχές μας
και διώξε τον φθόνο.
- Και άνοιξε Άνοιξη ξανθή - αφού εσύ μπορείς
και φώτισε τις σκοτεινές
και απόκρυφες δικές μας γωνιές.
Και άνοιξε Άνοιξη ξανθή - αφού εσύ μπορείς
και μαλάκωσε τις δικές μας
σκληρές και άνομες βουλές μας.
- Άνοιξε άνοιξη, τα μάτια της καρδιάς
της ψυχής και του νου μας-
Και μείνε εκεί μέσα μόνη εσύ
αφέντρα αρχόντισσα κυρά.
- Και ποτέ μη και φύγεις !
- Μα σαν πρέπει ετούτο να γέννει
κλείσε κι ασφάλισε Άνοιξη γλυκιά
τα πορτοπαράθυρά τους
καλά μα καλά
και πέταξε ξοπίσω σου
καλή μου… τα κλειδιά !!!

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ

ΚΑΤΑΘΕΣΤΕ ΤΑ ΟΠΛΑ

Καταθέστε τα όπλα - πάψτε να πυροβολάτε
των ανθρώπων τις τύχες - όλοι εσείς που κρατάτε.

Καταθέστε τα όπλα - στων παιδιώνε τα πόδια
και ψωμάκι μοιράστε - και ανάγκης εφόδια.

Μην σκοτώνετε το όνειρο - η ελπίδα να ζήσει
ν’ αφαιρέσει ζωές - κανείς μην τολμήσει.

Το δικαίωμα το ‘χουνε - της ζωής όλοι οι ανθρώποι
της χαράς και του έρωτα - τελευταίοι και πρώτοι.

Τι κι αν είν’ από ‘κείνους - που σε σας δεν αρέσουν;
ποιος σας είπε ότι πρέπει - για αυτό να πονέσουν;

Περιστέρια αφήστε - μοναχά να πετάνε
της αγάπης το μήνυμα - σ’ άκρη κόσμου να πάνε.

Καταθέστε τα όπλα - και ειρήνη να γένει
του πλανήτη το βιος
αν σωστά μοιραστεί - είναι τόσο πολύ
που να είμαστε όλοι - πολύ χορτασμένοι.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ

Χριστέ μου που σταυρώθηκες
εμπαίχθηκες και εκδιώχθηκες
Χριστέ μου που προδόθηκες
πώς έδωσες συγνώμη;

Χριστέ μου εσύ καρφώθηκες
λογχίστηκες, πληγώθηκες,
Χριστέ μου εσύ χολώθηκες
πώς αγαπάς ακόμη;

Χριστέ μου ενανθρωπίστηκες
πόνεσες και λυπήθηκες,
και στον σταυρό εσύρθηκες
για τον δικό μας πόνο.

Χριστέ μου βασανίστηκες
χλεβάστηκες, ραπίστηκες,
Χριστέ μου αδικήθηκες
και είσαι αγάπη μόνο.

Χριστέ μου νιώθω αδύναμος
Χριστέ μου νιώθω δέος,
να συγχωρήσω σταυρωτές
κι ας έχω τέτοιο χρέος.

Μόνο εσύ γλυκύτατε
Χριστέ μου θα μπορέσεις
και τους δικούς μου σταυρωτές
κι εμέ να συγχωρέσεις.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΑΧΑ ΠΟΙΑ ΧΩΡΑ ΕΙΝ’ ΑΥΤΗ;

Τάχα ποια χώρα είναι αυτή,
π’ όταν την ζεις, νευριάζεις,
κι όμως μακρυά της σαν βρεθείς
πονείς κι αναστενάζεις;

Ποια χώρα είναι αλήθεια αυτή,
π’ όλους τους γοητεύει
κι όσοι την ζουν από κοντά,
τους απογοητεύει;

Ποια χώρα είναι άραγε,
π’ όλοι την λαχταρούνε
κι απ’ άκρη κόσμου έρχονται
τα αρχαία της να δούνε;

Χώρα αρχαίων όμορφη,
χώρα μικρή - μεγάλη
χώρα που έδωσε το φως,
και φωτιστήκαν κι άλλοι.

Είναι η χώρα η γνωστή,
η χώρα η παινεμένη,
είναι αυτή που λεν πολλοί
ποτέ της δεν πεθαίνει.

Χώρα του ξέρ’ς ποιος είμ’ εγώ,
μένα μην μου κουνιέσαι,
χώρα του ποιος είσαι συ ρε,
χώρα του άιντε χέσε.

Χώρα του ωχ αδερφέ
χώρα του δεν βαριέσαι
χώρα του άει παράτα με
χώρα του δε γ…………..!!!

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΑΝ ΕΙΝ’ ΑΛΗΘΕΙΑ

Αν είν’ αλήθεια αυτά που λες
κι οι όρκοι ότι μ’ αγαπάς
έλα λοιπόν και πάρε με
και μην μου λες πού θα με πας.

Από το χέρι πιάσε με
και πήγαινε μπροστά
στα φωτεινά οδήγα με,
τα μονοπάτια της χαράς.

Στις φεγγαρόλουστες βραδυές,
και μην μιλάς,
μα σιωπηλά και τρυφερά
να με κρατάς.

Τον δρόμο ψάξε να τον βρεις
μέσα στα σύγνεφα
π’ αλοίμονο δεν μπόρεσα
να τον διαβώ ως τα σήμερα.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ

Τα μάτια μου, είδανε τον πόλεμο
τα αυτιά μου, ακούσανε τους κρότους του
τα πόδια μου, πάτησαν τις φωτιές του
τα χέρια μου, ανάδεψαν στις στάχτες του
τα ρουθούνια μου, ρούφηξαν τις οσμές του.
Σαν ήμουνα μικρό παιδί.

Τρομοπερίστερα στον ουρανό πετάνε
τον θρήνο των ζωντανών, στον Πλάστη να πάνε
τα μαύρα κοράκια, άγρια κράζανε
και τα άψυχα πτώματα, να φάνε ορμάγανε.
Σαν ήμουνα μικρό παιδί.

Η αντάρα, τον ήλιο τον έπνιγε
τα ερείπια, σιωπηλά εκαπνίζανε
το αίμα στις φλέβες μου επάγωνε
από τον φόβο, την μιλιά μου την έχανα
και ούτε μπορούσα να κάνω προσευχή.
Σαν ήμουνα μικρό παιδί.

Αύριο, θα είναι καλύτερα ενόμιζα
θα ρθει η Άνοιξη, θα φυτρώσει χορτάρι
θα λάμψει ο ήλιος, το ελπίζω μακάρι
όμως γελάστηκα, και το πήρα χαμπάρι
οι κακοί επιμένουνε, δεν μου κάνουν την χάρη
και τώρα που έγινα, μεγάλο παιδί!

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


 ΕΡΗΜΟ ΧΩΡΙΟ

Στην γειτονιά δεν παίζουν πια, - αγόρια μήτε κόρες,
παρά οι γέροι και οι γριές - μόνοι μετράνε ώρες.

Μέσα στους κήπους, τις αυλές - τίποτα δεν κουνιέται,
κι ο γέρος ασπροκέφαλος, - συνέχεια συλλογιέται.

Και στο σχολειό-δύο παιδιά, - πέντε νομάτοι η εκκλησιά,
σβήνει η ζωή μεσ’ το χωριό, - που μένει έρμο κι ορφανό.

Γλάστρες δεν βλέπεις πουθενά, - λουλούδια στα μπαλκόνια,
παρά μονάχα λιγοστούς, - κι εκείνους με διχόνοια.

Κλειστές οι πόρτες, σφαλιστές, - ακλάδευτες κληματαριές,
και γύρω-γύρω όπου λες, - βαριές οι λίγες οι καρδιές.

Χορτάρια βλέπεις στην αυλή, - γιομάτη, φίδια, ποντικοί,
νοικοκυραίοι μόνο αυτοί, - σβηστό στο τζάκι το δαυλί.

Σκοτείνιασε ο ουρανός, - αρχίζει σουρουπώνει,
ακούς το κλάμα του πουλιού, - του έρημου του Γκιώνη,
ανάλαφρο το έστρωσε, - αποσπερού το χιόνι,
ο γέρος αδιαθέτησε, - κι η γριά τονε σταυρώνει,
κουράγιο νοικοκύρη μου, - σε λίγο ξημερώνει.

Σφυρίζει αέρας δυνατά, - μουγκρίζουν τα γυμνά κλαδιά,
στέκει εκεί σαν φάντασμα, - το σπίτι στ’ ανηφόρι,
χτυπούνε τα παράθυρα, - από το ξεροβόρι,
άγρια βαθιά μεσάνυχτα, - λαλάει το κοκόρι.

Κάπου ένας σκύλος αλυχτά, - μέσα στη νύχτα τη βαθιά,
σκοτάδι και μαυρίλα, - σε πιάνει ανατριχίλα.

Η κουκουβάγια κελαϊδεί, - γρουσούζικη, βραχνή φωνή
ετρόμαξε από αυτή - και έφυγε το αηδόνι.

Στην πόλη εκείνη την τρανή, - που μαντρωθήκανε πολλοί,
η απορία τους φουντώνει, - και όλοι κάνουν το χαζό,
βρε τι κακό είναι αυτό, - πώς έγινε έτσι το χωριό,
μα δεν τους καίγεται καρφί, - κι ούτε κανείς ζυγώνει.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

Προφήτη μου αν μου ‘δινες, - δύναμη θεϊκή,
θα ‘φτιαχνα τούτο το χωριό, - ξανά απ’ την αρχή.

Με γέρους ασπρομάλληδες, - σαν τα παλιά τα χρόνια,
με νιους, κοπέλες όμορφες, - και γλάστρες στα μπαλκόνια.

Να γέμιζα και το σχολειό, - μικρούλια μαθητούδια,
να χόρευαν στο διάλειμμα, - ξυπόλυτα αγγελούδια.

Από τα τζάκια ο καπνός - ψηλά ν’ ανηφορίζει,
θυσία εις την χάρη σου, - που το χωριό ορίζει.

Να ‘βαζα τους πατριώτες μας, - γλυκά να κουβεντιάζουν,
γιατί θαρρώ εσήμερα, - σαν να στραβοκοιτάζουν.

Τον Λάμπη Τόμπρο να ‘βαζα, - να παίζει το λαούτο
ν’ ακούω και να χαίρομαι - Θεέ μου τι είναι τούτο.

Να ‘βαζα και τον Καφετζή, - με το βιολί να παίζει,
κι όλοι να τρωγοπίνουμε - σε γιορτινό τραπέζι.

Να πήγαινα στα μνήματα, - κι αντί κερί λιβάνι,
να τους φωνάξω «εγέρθητι» - ξυπνήστε πλέον φτάνει.

Και σαν ξυπνήσουν όλοι τους - στα σοβαρά στ’ αστεία
να μαζευτούνε θα ‘λεγα - όλοι εις την πλατεία.

Καρέκλα να μην βρίσκουνε, - καμιά για να καθίσουν
κι έτσι εκεί στα όρθια, - να πιουν και να μεθύσουν.

Προφήτη μου για κάνε το - στ’ αλήθεια να μπορώ,
ν’ ανέβω στο καμπαναριό, - να ειπώ ευχαριστώ.

Και στους πατριώτες όπου γης, - σε όλους να μιλήσω,
να τους ειπώ ελάτε εδώ, - όλοι γυρίστε πίσω.

Το τι καλό θα έκανες, - Προφήτη μου το ξέρεις,
για κάνε μια προσπάθεια, - και θα τα καταφέρεις.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΗ ΜΟΥ ΓΥΡΕΥΕΙΣ

Από ‘να φίλο έμαθα - πως θέλεις να με ειδείς
και ξάγρυπνος παρέμεινα - εχτές από βραδύς.
Πως πήγες μόνη στο χωριό - μέρη αγαπημένα
στις γειτονιές τριγύριζες - και ρώταγες για μένα.
Από το στέκι πέρασες; - πες μου το πώς το είδες
είχε φυτρώσει χαμόμηλο - ή μήπως οι τσουκνίδες;
Της μυγδαλιάς εχάϊδεψες - τα γέρικα τα κλώνια
και βάλθηκες και μέτρησες - πόσα περάσαν χρόνια.
Θυμάμαι, πέφτω μου ‘λεγες - τι όμορφα γελούσες
πάντα κοντά μου ‘ρχόσουνα - στα μάτια με κοιτούσες.
Στην εκκλησιά έβαλες κερί - σε Άγιο Λιά κι Αγιάννη
τα χρόνια ξαναμέτρησες - κι είπες Θεέ μου φτάνει.
Για το Σχολειό εξέχασα - αλήθεια να ρωτήσω
επήγες κι είδες την γωνιά - εκεί στον τοίχο πίσω;
Στο πανηγύρι χόρεψες - σου κράτησαν το χέρι
μα το μυαλό σου ήταν σ’ εμέ - το παιδικό σου ταίρι.
Στον επιτάφιο έφερνες - θυμάμαι τα λουλούδια
και νόμιζα πως γύρω σου - πετούνε αγγελούδια.
Το όνομά μου, σε μια πόρτα - είχα τότε εγώ γραμμένο
κι εσυμπλήρωσες δύο λόγια - πάντα θα σε περιμένω.
Μου ‘φερες τόσες θύμησες - χαρά μαζί και λύπη
της νιότης μας της όμορφης - το πρώτο καρδιοχτύπι.
Για λίγο μας θυμήθηκα - πιασμένους χέρι-χέρι
έμοιαζες συ σαν άνοιξη - κι εγώ σαν καλοκαίρι.
Τι ήθελες και ξύπναγες - κουτή τις αναμνήσεις;
δεν ήτανε καλλίτερα - μαζί μ’ αυτές να ζήσεις;
Ξέχνα το το παιδόπουλο - που παίζατε στ’ αλώνια
μεγάλωσε και φόρεσε - αντρίκια παντελόνια.
Μη μου γυρεύεις να με ειδείς - κάνε μου αυτή τη χάρη
ξέχασ’ αυτό που ήξερες - το νέο παλικάρι.
Μη μου γυρεύεις να με ειδείς - πέρασαν τόσα χρόνια
κουράστηκα απ’ τις βροχές - και της ζωής τα χιόνια.
Έσβησ’ η λάμψη των ματιών - και του κορμιού η σβελτάδα
ζυγώνει χειμώνας παγερός - και σβήνει η λιακάδα.
Εσύ, παρέμεινες παιδί - μώρ’ δεν θα μεγαλώσεις;
όπως και τότε έκανες - γλυκά να με μαλώσεις;
Μη μου γυρεύεις να με ειδείς - τώρα μην περιμένεις
δεν είμαι αυτός που ήξερες - γι’ αυτό μην επιμένεις.
Μείνε με την εικόνα μας - στις νιότης μας τη χάρη
αυτό θα κάνω και εγώ - αμυγδαλιάς κλωνάρι.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΔΑΚΡΥΖΟΥΝΕ

Φύγαν οι φίλοι φύγανε - φύγαν και οι γειτόνοι
αυτοί που στήναν το χορό - στο πέτρινο τ' αλώνι.

Τώρα της βρύσης το νερό - κι αυτό ‘χει λιγοστέψει
του πλάτανου του ισκερού - τα φύλλα έχουν πέσει.

Και δεν σταλίζουν πρόβατα - και δεν σταλίζουν γίδια
και δεν ακούς βελάσματα - και δεν ακούς κουδούνια.

Και ούτε από αντίπερα - τσοπάνικη φλογέρα
να παίζει και να το λαλεί - τη νύχτα και την μέρα.

Την ρόκα άφησε η γριά - τ' αδράχτι, το στροντύλι,
και δεν υφαίνει αργαλειός - και δεν χτυπάει χτένι
και ούτε σιγοτραγουδά - η κόρη όπου υφαίνει.

Ρήμαξαν οι αλογόστρατες - χαθήκαν οι αγωγιάτες
και δεν ακούς τα πέταλα - των άλογων στις στράτες.

Έφυγε και ο μυλωνάς - κι ο μύλος δεν αλέθει
οι φούρνοι δεν καπνίζουν πια - γυναίκες δεν ζυμώνουν
και ούτε στις νεροτριβές - τις προίκες τους απλώνουν.

Πάνε, χαθήκαν τα σπαρτά - σκουριάσαν τα δρεπάνια
έπαψε το ξεφλούδισμα - τα όμορφα νυχτέρια
με τα τραγούδια τα πολλά - τ' αστεία και τα γέλια
π’ αρχίζανε από βραδύς - που βγαίνανε τ' αστέρια.

Τα μάτια μου δακρύζουνε - για όσα μου θυμίζουνε !

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΧΑΡΟΝΤΑΣ

                               Ψυχή νεκρού
Ικέτις πήγε κι έκρουσε - του χάροντα την πόρτα.
Άνοιξε χάρε σου ζητώ - μια χάρη να μου κάνεις
άφησ’ αν θες τ’ απόβραδο - το παραθύρι ανοιχτό,
σαν το πουλί να πεταχτώ - εις τον επάνω κόσμο
μήτε να φάω και να πιω - μήτε να τραγουδήσω.

Να ξαναδώ τον τόπο μου - να πα’ στο σπιτικό μου,
να ειδώ γειτόνους και γνωστούς - να τους καλημερίσω,
το ταίρι μου τ’ αδέλφια μου - τι έχω παιδιά κι εγγόνια.

Να ειδώ πώς ζουν τι κάνουνε - στη ζήση πώς πορεύουν,
να βγω στις ράχες στις κορφές - αγνάντια στο χωριό μου,
να ειδώ τους φίλους τους πολλούς - να ειδώ ποιος με θυμάται,
και μία σκόλη μια γιορτή - να ξαναρθώ στον Άδη.

Μεγάλη χάρη μου ζητάς - τις απαντάει ο Χάρος,
αφού δεν είσαι μόνο εσύ - που μου ζητάς να φύγεις.
Και πώς θα βγεις; - και πώς θα μπεις;
που θα σε αγροικήσουν - και θα ξυπνήσουν οι νεκροί,
και όλοι αυτό θα θέλουν - και όλοι αυτό γυρεύουν.

Αυτό ζητάει ο γεωργός - αυτό και ο τσοπάνης,
τους στάβλους θέλουν να ειδούν - τ’ αμπελοχώραφά τους,
να πιάσουν αλετρόχερο - να σπείρουν να θερίσουν,
να ειδούνε τα κοπάδια τους - και τα νοικοκυριά τους.

Αχέ το μάθει κι ο παπάς - και φτούνος θα ζηλέψει
να βγει κι αυτός μια Κυριακή - μια μεγαλοβδομάδα,
αντάμα με τους ψάλτες του - να ειπούν το Κύριε ελέησον,
για να μοιράσει αντίδωρο - να του φιλούν το χέρι,
να στεφανώσει ανδρόγυνα - παιδάκια να βαφτίσει,
να πιάσει και το θυμιατό - να μοσχολιβανίσει.

Θα θέλουνε κι οι δάσκαλοι - κι ούλοι οι καλαμαράδες,
να παν ν’ ανοίξουν τα σχολειά - να μάσουν μαθητάδες,
και να τους απομάθουνε - ότ’ είχαν ξεχασμένο,
να έχουν πλέρια φρόνηση - και σέβας και αγάπη,
να τους ειπούν για τη ζωή - την πάνω και την κάτω,
να χαίροντε τα νιάτα τους - που σαν νερό περνάνε,
περνάν και δεν ματάρχοντε - όσο κι αν πεθυμάνε.

Και όταν θα ‘ρθούνε οι παλιοί - σεβάσμιοι μεγάλοι
μπορώ σε δαύτους να ειπώ - πως καρτερούνε κι άλλοι,
οι αλυσίδες είν’ χονδρές - κι οι κλάπες σκουριασμένες,
οι πόρτες είν’ ασήκωτες - κι οι κλειδαριές σπασμένες.

Στα νιάτα όμως τι να ειπώ; - σε νιές και παλικάρια,
που θα ζητούν να τρέξουνε - στα πράσινα λιβάδια
να μάσουν μοσχολούλουδα - να πλέξουνε στεφάνια,
στεφάνια για τον έρωτα - που είναι στερημένα,
εκεί είναι ο πόνος ο βαθύς - όπου πονεί κι εμένα.

Μεγάλη χάρη μου ζητάς - πες μου πώς να το κάνω,
ν’ αφήσω πόρτα ανοιχτή; - κι αν μπει το φως της μέρας;
θα γίνει αχ νεκροψυχή - μεγάλη φασαρία
και θα νομίσουν οι νεκροί - πως ήρθ’ αυτό που καρτερούν,
                                                                            … δευτέρα παρουσία !!!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Είδα χθες στο όνειρο μου
την ελπίδα όλου του κόσμου
πως ήτανε η πλάση ετούτη
δίχως αίμα και μπαρούτι.

Είδα χθες στο όνειρό μου
αρχηγούς όλου του κόσμου
να υπογράφουνε ειρήνη
πόλεμος μην ξαναγίνει.

Έβλεπα παντού αγάπη
μίσος έχθρα πουθενά
αχ να ήτανε αλήθεια
του ονείρου η χαρά.

Όμορφα γεροδεμένα
γελαστά και χορτασμένα
τα παιδιά όλου του κόσμου
που΄ βλεπα στο όνειρό μου.

Κι οι μικροί και οι μεγάλοι
είχαν όλοι την δουλειά τους
και πολλά νοσοκομεία
για να βρίσκουν την υγειά τους.

Αχ και να ήτανε αλήθεια
όπως ειν΄ στα παραμύθια.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ 


ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι ποιητές δεν πολεμούν
με σφαίρες και μαχαίρια
γράφουνε στίχους σαν και αυτούς 
κι΄ απλώνουνε τα χέρια.

Αφήνοντε στην έμπνευση
στης μοναξιάς τις ώρες
μετρούν με στίχους και στροφές
καλοκαιριές και μπόρες .

Οι ποιητές δεν αγαπούν
απλά για ν΄ αγαπήσουν
γράφουνε στίχους της ψυχής
χωρίς να την ρωτήσουν.

Βυθίζονται στον έρωτα
μες΄ στης ψυχής τα βάθη
και να νοήσουν προσπαθούν
τ΄ ανθρώπινα τα πάθη.

Οι ποιητές αναζητούν
ακύμαντα πελάγη
την ουτοπία κυνηγούν
στ΄ απόκρυφα του Άδη.

ΛΕΩΝ Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ

ΗΘΕΛΑ

Ήθελα να ‘μουν αϊτός - ψηλά για να πετούσα
την γη την τόσο όμορφη - όλη να την γυρνούσα.

Ήθελα να ήμουν άγγελος - να ήμουνα περιστέρι
και στους ανθρώπους να ‘φερνα - πάντα καλό χαμπέρι.

Βροχή μακάρι να ήμουνα - και σύννεφο καθάριο
να ζω το κάθε σήμερα - να μη με νοιάζει το αύριο.

Του ήλιου αχτίδα θα ‘θελα - να ήμουνα σας λέω
να χαίρουμαι το δίκαιο - για το άδικο να κλαίω.

Φεγγάρι θα ήτανε καλά - να γίνω αν μπορούσα
την μάνα που μ’ εγέννησε - να την ευχαριστούσα.

Μακάρι να είχα δύναμη - μακάρι εξουσία
να τιμωρώ κάθε κακό - και κάθ’ ασυδοσία.

Σ’ εμένα να πιστεύουνε - να ‘χουνε προσδοκίες
ο φόβος να ήμουνα σ’ αυτούς - που κάνουν αδικίες.

Υγεία να ‘χα και λεφτά - στα χέρια να κρατούσα
σε όσους τα χρειάζοντε - να μοίραζα αν μπορούσα.

Όλα να τα προλάβαινα - όλα να τα γνωρίσω
γιατί χαρτί δεν έκανα - πόσο καιρό θα ζήσω.

Και όταν τα κατάφερνα - όλα αυτά να κάνω
ειλικρινά πιστέψτε με - σκασίλα μ’ κι αν πεθάνω !

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Του έθνους βασιλεύουσα – Πόλη των Κωνσταντίνων
Πόλη Κωνσταντινούπολη – γέννημα των Ελλήνων,
στίφη αγροίκων έβαλαν – στόχο να κατακτήσουν.

Κι απ΄ τον πολύ τον πόλεμο – το τούρκικο το μίσος
άνοιξε η κερκόπορτα – και έπεσε το τείχος.

Λεφούσια ατάκτων εισορμούν -  λεηλατούν φονεύουν  
τον Μέγα Αυτοκράτορα – να τον ευρούν γυρεύουν.
κι εκείνος όρθιος καλεί – Ελληνικό το χέρι
να κόψει του την κεφαλή – με κοφτερό μαχαίρι.
Και τότε νύχτα έγινε – κι ο ήλιος εκρύφτη
μα έμεινε ασάλευτη – η των Ελλήνων πίστη.

Ώσπου μια μέρα ιστορική – μια ημέρα ηρωίδα
που γιόρταζε η Παναγιά – μαζί με την πατρίδα,

Είκοσι πέντε του Μαρτιού – ημέρα ευλογημένη,
που κάθε ελληνική ψυχή – με πόθο την προσμένει
στα ηρωικά Καλάβρυτα - εκεί στην Άγια – Λαύρα,
ο σεβαστός ο Γερμανός – της Πάτρας ο δεσπότης,
της κλεφτουριάς τα άρματα – βλογάει και λειτουργάει.

Το εθνικό μας λάβαρο – υψώνει στον αγέρα,
και έστειλε το μήνυμα – στην χώρα πέρα ως πέρα.

Ελευθεριά ή θάνατος - οι σκλάβοι απαιτούνε 
να ζήσουνε ελεύθεροι – ή να θανατωθούνε.

Κι ευθύς το έθνος σύσσωμο – σπάζει τις αλυσίδες
και εγιομίσαν οι καρδιές με θάρρος και ελπίδες
και στον αγώνα ρίχνονται – άνδρες γυναίκες όλοι,
περιφρονούν το άτιμο – το τούρκικο το βόλι.

Διώχνουν τον Τούρκο απ΄ τον Μοριά – ο τόπος ν΄ ανασάνει,
στα άγια του τα χώματα – καμιά σκουριά δεν πιάνει.
Και μέθυσαν οι Έλληνες – το εθνικό μεθύσι,
το καρυοφύλλι βρόντηξε – Τούρκος κανείς μην ζήσει.

Κι αχολογούν οι κορυφές – το νέο εις τα ξένα:
Ετούτο λόγο θα σας πω – δεν έχω άλλο κανένα
μεθύστε με τ΄ αθάνατο – κρασί του 21.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Ξάφνου μαυρίλα καταχνιά
η θάλασσα ανταριάζει
και μεσοπέλαγα τρανό
όπως καζάνι βράζει.

Όλα της φύσης τα στοιχειά
βγήκαν να πολεμήσουν
και όρθιο στο διάβα τους
τίποτα μην αφήσουν.

Θολούρα σκόνη καφετιά
τα πάντα αφανίζουν
και φτάνουνε μεσούρανα
τα σύννεφα αγγίζουν.

Πελώρια δένδρα προσκυνούν
κι αυτές οι ουρανοβρύσες
ρίχνουν νερό αδιάκοπα
απ΄ όλες τους τις τρύπες

Νεροσυρμές ενώνονται
και γίνονται ποτάμια
φραγές δένδρα στο δρόμο τους
λυγίζουν σαν καλάμια.

Πετούμενα κουρνιάζουνε
γρήγορα στις φωλιές τους
και τρομαγμένα πια κοιτούν
το χαλασμό οι ματιές τους.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΦΟΒΟΥΜΑΙ

Τους τρομοκράτες, που άνανδρα με … τρομοκρατούνε.
Τους εφοριακούς, όταν στην εφορία με…. καλούνε.
Τους αστυνόμους, όταν στην παρανομία…. γλυκαθούνε.
Τους οδηγούς, όταν σαν τρελοί… οδηγούνε.
Τους φίλους μου, που φιλικά με…. κακολογούνε.
Τους δικαστές, όταν από ψηλά με… κοιτούνε.
Τους γιατρούς, όταν για την υγεία μου… γνωμοδοτούνε.
Τους πνευματικούς, που κοιμούνται και δεν… ξυπνούνε.
Τους δανειστές, όταν και άλλα και άλλα μου… ζητούνε.
Τους ληστές, που με τόση ευκολία..δολοφονούνε.
Τα σουπερμάρκετ, όταν… κοστολογούνε.
Τους συκοφάντες μου, όταν με… επαινούνε.
Τους ύπουλος, όταν φιλία μου… πουλούνε.
Τους υπουργούς, για αυτά που… νομοθετούνε.
Τους στρατηγούς, όταν για ειρήνη… μιλούνε.
Τους δασκάλους, όταν κουρασμένοι… αδιαφορούνε.
Τους κόλακες, όταν στην πλάτη με… χτυπούνε.
Τους ειδικούς, όταν κανένα δεν… ακούνε.
Τους παπάδες, όταν με την κόλαση με… απειλούνε.
Τους νεκροθάφτες, όταν για την υγεία μου… ρωτούνε.
Τους ποιητές, όταν για πεζά πράγματα… μιλούνε.
Τους εμπρηστές, που αδίστακτα… πυρπολούνε.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΑΠΟΨΕ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΙΟΡΤΗ

Κάποιος μονάχος περπατεί
εκεί στο σκοτεινό στρατί
στέκεται εδώ στέκετ΄ εκεί
ποιος ξέρει τάχα το γιατί
μάτι κακό να μην τον ειδεί.

Μα σε κανέναν δεν χρωστά
κι ούτε ζητάει δανεικά
μονάχος του παραμιλά
σαν κάτι μοιάζει να κρατά
σφιχτά σφιχτά στην αγκαλιά.

Κι εγώ τον βλέπω κι απορώ
τον πλησιάζω τον ρωτώ
γιατί γυρίζεις μοναχός
σκυφτός και μελαγχολικός
είναι μεγάλος ο Θεός.

Κι εκείνος δεν μου απαντά
μου ρίχνει μια λοξή ματιά
αναθυμάται τα παλιά
που είχε γυναίκα και παιδιά
και του μαυρίζει η καρδιά.

Απόψε που είναι γιορτή
στο άδειο σπίτι δεν χωρεί
στους δρόμους μόνος προχωρεί
συμπόνια ψάχνει για να βρει
αφού κανείς δεν καρτερεί.


ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΕΓΑΛΩΣΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΙΩΣΑ

Μεγάλωσα και μετάνιωσα
με πρόλαβε ο χρόνος
κοιτάζω τον καθρέπτη μου
κι ευθύς με πιάνει ο πόνος
ψάχνω τους φίλους τους παλιούς
μα έχω μείνει μόνος.

Για πέστε μας τι κάνετε
εσείς που είστε νέοι
τι μυστικό μου κρύβετε
κανένας δεν μου λέει;

Μεγάλωσα και μετάνιωσα
χωρίς να το ζητήσω
και ψάχνω δρόμο για να βρω
και πίσω να γυρίσω.

Να γίνω όπως ήμουνα
νέος και παλικάρι
να με ζηλεύουν οι αητοί
ο ήλιος, το φεγγάρι.

Να τρέχω μ’ άσπρο άλογο
με τσίλικη φοράδα
να είμαι πετούμενο πουλί
μ’ αντρίκια φρονιμάδα.

Ποιος μου ‘βαψέ μου τα μαλλιά
ποιος μου έκλεψε την νιότη;
ποιος μ’ έστειλε στον πόλεμο
ποιος μ’ έντυσε στρατιώτη;

Εγώ ποτέ δεν ζήτησα
δεν είπα να γεράσω
πρέπει να βρω την δύναμη
πρέπει να αντιδράσω.

Πρέπει να κάνω πόλεμο
πρέπει να νιώσω πόνο
μα πώς θα έβγω νικητής
μ’ αντίπαλο τον χρόνο;

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΙ ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΘΑ ΗΤΑΝΕ

Τι καλά που θα ήτανε - να ‘χαμε να τρώγαμε
να ‘χαμε να πίνουμε - να ‘χαμε να δίνουμε.

Τι καλά που θα ήτανε - και να μην χρωστάγαμε
έννοιες να μην είχαμε - σ’ άλλους να τις βάζαμε!

Τι καλά που θα ήτανε - και να μην πονάγαμε
και ως τα γεράματα - ωραία να περνάγαμε!

Τι καλά που θα ήτανε - το μίσος να μας έλειπε
κι η καρδιά τραγούδια - μόνο να μας έλεγε!

Τι καλά που θα ήτανε - στα ψηλά να βλέπαμε
και μέσ’ τα λασπόνερα - τότε να μην πέφταμε.

Τι καλά που θα ήτανε - το σταυρό να κάνουμε
φίλους να ‘χουμε πολλούς - να μην αμαρτάνουμε!

ΜΑ ΝΑ ΦΑΜΕ ΕΧΟΥΜΕ - κι έχουμε να πίνουμε
τι τσιγκουνευόμαστε - τότε για δεν δίνουμε;

Τα φαγιά περσεύουνε - κι όλοι στομαχιάζουμε
τότε τι φωνάζουμε - τότε τι γκρινιάζουμε;

Δίαιτα όλοι κάνουμε - για να μην χοντρύνουμε
και για αδυνάτισμα - τα λεφτά μας δίνουμε!

Μα θαρρώ πως όλοι μας - την υγεία μας έχουμε
τα καλά περσεύουνε - τότε τι γυρεύουμε;

Κι αφού όλα τα ‘χουμε - και καλοζωίζουμε
μπρος στη χάρη του Θεού - για δεν γονατίζουμε;

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΧΑΡΟΝΤΑΣ ΚΑΛΟΚΑΡΔΟΣ

Σιγά κρυφά και μουλωχτά
συριάναε(ν) ο χάροντας - σ’ ανθρώπινο περβόλι,
κι εκεί(ν) όπου εδιάβαινε - κι εκεί(ν) όπου περπάτει
μια κόρη εξεπρόβαλε(ν) - από το μονοπάτι.

Κι ο χάρος τη λιμπίστηκε - από την ομορφιά της
καλεί την κόρη μας σιμά - και σιγανά της λέει:
κόρη μ’ (ν) εγώ είμ’ ο χάροντας - και ήρθα να σε πάρω
στου Άδη το βασίλειο - πεσκέσι να σε πάω.

Τράβα ν’ αλλάξεις να λουστείς - κι άλλο να ομορφύνεις
κι απόψε το κοντόβραδο - ψυχή να παραδίνεις.
Κι η κόρη(ν) εφοβήθηκε - κι η κόρη η δόλια εσκάχτη
στα γόνατα παρακαλεί - το χάρο να την λυπηθεί.

Χάρε κακέ κι αχόρταγε - μορφή δαιμονισμένη
λυπήσουμε με την άμοιρη - κι είμαι αρραβωνιασμένη.
Να ζήσω θέλω χάροντα - την ζήση ν’ απολάψω
να ειδώ Απριλομάηδες - να πα’ σε πανηγύρια.

Να πάρω άντρα μου το νιο - που μ’ έχει καπαρώσει
κι η μάνα που μ’ εγέννησε - νύφη με καμαρώσει.
Είμαι μικρούλα χάροντα - είμαι μικρή ακόμα
και είναι κρίμα να χωθώ - τόσο νωρίς στο χώμα.

Και τη λυπήθει ο Χάροντας - λυπήθει της τα νιάτα
σαν λίγο να εντράπηκε - για την δουλειά που κάνει
και πέρα κείθε πέταξε - το φονικό δρεπάνι!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΙΟΝΙΑ

Φεύγουν τα χρόνια - σαν χελιδόνια
μαζί με τα αηδόνια - η ζωή δεν είναι αιώνια
έρχονται χιόνια - πέφτουν τα φύλλα
μένουν τα κλώνια - παλεύει η διχόνοια
νικά την ομόνοια.

Και μόνο η αγάπη - λίγη αγάπη
μέσα στην στάχτη - εάν υπάρχει
εκείνη αστράφτει - και ένα δάκρυ
γλυκαίνει λίγο - την σκληρή την καρδιά.

Το δάκρυ μουσκεύει - το μαξιλάρι
παρ’ το χαμπάρι - και πες μακάρι
να ήτανε ψέματα - όλα αυτά
όμως δεν είναι - κοντά μου μείνε.

Φεύγουν τα χρόνια - σαν χελιδόνια
μαζί με τ' αηδόνια - κι έρχονται μπόρες
κι έρχονται χιόνια - χιόνια βουνά.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


Η ΒΕΡΑ

Μες την ταβέρνα την παλιά
με κάτασπρα λειψά μαλλιά,
στο δάχτυλο τη βέρα
εκεί ξημεροβραδιάζεται
ο γέρος κάθε μέρα.

Σκυφτός στο βάθος προχωρεί
όσο μπορεί και όπως μπορεί,
στου πάγκου εκεί την άκρη
σωριάζεται βαρύς εκεί,
χύνοντας ένα δάκρυ.

Τον ταβερνιάρη γνέφει του
την κούπα να γεμίσει
έχει πολλά μέσα στο νου
για να τα νοσταλγήσει.

Ρουφάει την κούπα όπως ξέρει
με το τρεμάμενο το χέρι
ξαναρουφάει κάτι λέει
σε λίγο άρχισε να κλαίει.

Είχε ένα σύντροφο πιστό
τον πήρε το θανατικό
από αυτόν μια ημέρα
γιατί Θεέ μου το’ κανες;
και του ‘μεινε η βέρα.

Ένα χαμόγελο πικρό
στα χείλη του ανθίζει
μα να μιλήσει δεν μπορεί
κι όταν η κούπα άδειασε,
ο γέρος… ροχαλίζει.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Απαίτησε να είναι άνθρωπος.
Να έχει το δικαίωμα του αγωνίζεσθε.
Για την ειρήνη και το δίκαιο.
Να βγαίνει στο δρόμο να φωνάζει.
Μέχρι που να στεγνώνει το λαρύγγι του.
Μέχρι που η φωνή του να φτάνει στα πέρατα.
Και ας τρυπιέται από τις σφαίρες.
Και πίσω δεν κάνει.

Κάθε κραυγή του μαχαιριά στην αδικία.
Μια πετριά στο τζάμι των πολεμοκάπηλων.
Μια διαμαρτυρία στην αδιαφορία μας.
Στις σκληρές και άδικες βουλές
Και στις ζοφερές ημέρες που περνάμε.
Και πίσω δεν κάνει.

Γιατί έτσι και κωλώσει
θα σιχαίνεται τον εαυτούλη του
το σκοτάδι θα θεριέψει
οι άνθρωποι θα χάνονται  
 δεν θα βλέπουνε όνειρα

Απαίτησε να είναι άνθρωπος
και δεν κωλώνει μπροστά στην κάνη
και πίσω κάνει!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΠΕΤΑ ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΟ ΠΟΥΛΙ

Πέτα γοργόφτερο πουλί – μικρό μου χελιδόνι
εκεί που ο πικροχάροντας – τα δίχτυα του απλώνει.
Πέτα γοργά και πήγαινε – στης μάχης τα πεδία
και μάθε για την συμφορά – την αιματοχυσία.

Πέτα επάνω στο Ιράκ– στον Λίβανο
Αφγανιστάν και Κουρδιστάν – στον Τίγρη στον Ευφράτη
στην έρμη την φτωχολογιά – Βασόρα και Βαγδάτη.
πέταξε σε παρακαλώ – Γάζα και Παλαιστίνη
και πες μας για την συμφορά – που κάνανε σ΄ εκείνη. 

Και μέτρα πόσους αμάχους – πόσα μικρά παιδάκια
έστειλαν εις τον θάνατο – τα εβραϊκά γεράκια.
πόσους αθώους θέρισε – η πείνα και η δίψα
και πόσοι έχουνε γραφτεί – στου θάνατου τη λίστα.

Πόσες μανούλες τριγυρνούν – κλαίγοντας στα ερείπια
σφίγγοντας τα νεκρά παιδιά – στα μητρικά τους στήθια.
Αυτά που κατακάψανε – οι φοβερές οι βόμβες
και γίνανε για τον λαό – θανάτου κατακόμβες.

Πέτα μετά και πήγαινε – στον πλαστουργό πατέρα
και ρώτησέ τονε ΓΙΑΤΙ; Αυτό το μακελειό – να γίνει εκεί πέρα
να τους φωτίσει τους τρελούς – αυτό να σταματήσει
γιατ΄ όλος ο πλανήτης μας – πρέπει να ηρεμήσει.

Να σταματήσει το κακό – ο πόλεμος κι η βία
που κάνουνε οι βάρβαροι – Αμερική, Εβραίοι και Αγγλία
γιατί κανένας πόλεμος – χωρίς αμφιβολία
δεν οδηγάει τους λαούς – ποτέ στην ευτυχία.

Πέτα γοργόφτερο πουλί – μικρό μου χελιδόνι
φυλάξου μόνο και εσύ – γιατί ο εχθρός σκοτώνει.


ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ

Κοντά βρεθήκαμε - μαζί κινήσαμε.
Πλάι-πλάι βαδίζαμε - για τη ζωή μας.
Ούτε που το ‘ξερες - ούτε που το ‘ξερα.
Γραφτό μας ήτανε, - κι έτσι μαζί,
στην ίδια αυλή και γειτονιά.
Και στο σχολείο,
όλα μου τα ‘σκιζες - κι εγώ το ήθελα.
Αφορμή γύρευα - και ευκαιρία
για να σε τρέξω - για να σε σφίξω,
και να σ’ αγγίξω - στο μάγουλό σου.
Να σου τραβήξω απ’ τα μαλλιά σου,
το κορδελάκι, που τα ‘χες δέσει.
Κι ύστερα σ’ έπιανα - τρυφερά.
Κι εσύ με κοίταγες - τρυφερά.
Σαν κάτι να ‘θελες - μέσα στα μάτια.
Και δεν εμίλαγες. - Και δεν εμίλαγα.
Βλέμμα αθώο και παιδικό.
Έτσι να ‘τανε; - Ή τίποτ’ άλλο;
Ύστερα παίζαμε - μόνο μαζί.
Και εγελάγαμε - μόνο μαζί.
Κι εμεγαλώναμε, εμείς τα δύο.
Μ’ άγγιζες - Σ’ άγγιζα.
Θαρρώ σου άρεσα - Θαρρώ μου άρεσες.
Καταλαβαίναμε, τον πυρετό μας.
Εγώ στο έλεγα - μα ‘συ το έκρυβες.
Κρυφό το βάσταγες - Κανείς δεν το ‘ξερε, το μυστικό μας.
Αν και σε ζήλευα - αδιάφορος έδειχνα, τάχα πως ήμουνα.
Μα σ’ εννοιαζόμουνα - κι ας μην στο έλεγα.
Μα το μετάνιωνες - και σε συγχώραγα.
Και πάλι ερχόσουνα - Τώρα θυμάμαι.
Οι δρόμοι όλοι, από σε περνάγανε
κι εγώ περπάταγα - σ’ όλους τους δρόμους
κι εσύ στεκόσουνα - ώρες ατέλειωτες
στις μαντζουράνες σου, στο παραθύρι.
Λες και το ήξερες.
Ή με περίμενες; - για να περάσω.
Μα δεν μου φώναζες,
το χέρι κούναγες,
νόημα μου έκανες - και σιγομίλαγες,
μην και σ’ ακούσουνε - λες κι ήταν κρίμα.
Κι εγώ δεν σ’ άκουγα.
Μα καταλάβαινα.
Πως έχεις άνοιξη, πως μπουμπουκιάζεις.
Κι εγώ το ίδιο, με σένα ένιωθα.
Κλείσαμε δώδεκα - κι εμεγαλώσαμε!!
Εσύ το έλεγες - Κι εγώ το έλεγα.
Σε σένα έδειχνε - πως ήρθε η Άνοιξη
από το στήθος σου - που λίγο φούσκωνε.

Σ’ εμένα έδειχνε - πως ήρθε η Άνοιξη,
απ’ το μουστάκι μου - που λίγο ίδρωνε.
Και ύστερα τόλμησες
και γράμμα μου ‘γραψες - Μια σελίδα.
Κι εγώ σ’ απάντησα - Δύο σελίδες.
Και τότε αρχίσαμε - το πάρε δώσε.
Μου ‘γραφες - Σου ‘γραφα.
Τα απωθημένα μας.
Απ’ της καρδιάς μας - το περιβόλι.
Τον ύπνο μ’ έχασα - και δεν κοιμόμουνα.
Εσύ τι έκανες;
Κι όταν στο έλεγα - εσύ εγέλαγες
κι εγώ εθύμωνα - Στερνά γελάγαμε
κι οι δυο μαζί - όχι όπως τότε,
μα ωραιότερα - και ομορφότερα.
Τα μάτια αστράφτανε - πολλά ελέγανε.
Και τα δικά σου - Και τα δικά μου.
Κι απάνω εκεί!!!
Κατακαλόκαιρο - Ήρθ’ ο χειμώνας.
Που να μην ‘ρχότανε.
Ένα εισιτήριο - για τον καθένα μας.
Και εσκορπίσαμε - και εχαθήκαμε.
Κι εξεχαστήκαμε;;;
Μήνες περάσανε - χρόνια διαβήκανε,
τα χιόνια λιώσανε - κι εμείς ασπρίσαμε.
Και να που σήμερα - ξαναβρεθήκαμε.
Στο πανηγύρι!!!
Καλέ πώς έγινες;
Ήσουν αλλιώτικη - Ήμουν αλλιώτικος.
Κι ευθύς χορέψαμε - στο πανηγύρι.
Που είναι οι κοτσίδες σου; - εγώ σ’ ερώτησα.
Κι εσύ εντράπηκες - όπως και τότε.
Και δεν μ’ απάντησες - μόνο ψιθύρισες
μυαλό δεν έβαλες - είσαι ο ίδιος
το πειραχτήρι.
Κι ύστερα φύγαμε - το δρόμο πήραμε
και προχωρήσαμε - στο μοναστήρι.
Κι ήταν απόγιομα - Και να που φτάσαμε
στο καταλώνι - Εκεί εσμίξαμε
τα δυο μας χέρια - σαν περιστέρια
και γίναμε πάλι - τα δωδεκάρια.
Ο ήλιος έπεφτε
κι αποσταγμένος πήρε να γείρει.
Κι όμως εγέλαγε - γιατί μας γνώρισε.
Κι εσύ το χάρηκες - Κι εγώ το χάρηκα
όταν εσμίξαμε - στο πανηγύρι!!!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΣΤΟΝ ΑΔΙΚΑΙΩΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ

Ξένε ποιος ειν΄ ο τόπος σου – που είναι οι γονείς σου
οι φίλοι σου οι κοντινοί – και όλοι οι συγγενείς σου
οι αδελφές ψυχές σου – κι οι ρίζες οι δικές σου;

Ξένε ποιος άγριος άνεμος – σε πήρε μακριά τους
σου γέμισε τα όνειρα – με ψεύτικες ελπίδες
Και σ΄ έστειλε ν΄ αναζητάς – ξένες πικρές πατρίδες;

Τον τόπο σου όταν άφησες – εδώ να΄ ρθεις να ζήσεις
πήρες μαζί σου την ψυχή – ή μην την άφησες  εκεί
και την ημέρα καρτερείς – που θα ξαναγυρίσεις;

Ποιος σου είπε πως παράδεισους – θα βρεις εδώ κρυμμένους
και ποιος παλάτια σου τάξε – και συ ευθύς το πίστεψες
και βάλθηκες να προστεθείς – στους τόσους γελασμένους;

Ξένε το όνειρο που ΄θρέψες – εσύ πολλοί και άλλοι
σου το απαγορεύσανε – να το ειδείς να το γευτείς
αυτοί που διαφετεύουνε – τον κόσμο οι μεγάλοι.   

Τώρα εκεί ποιος καρτερεί – και ποίος  σε προσμένει
σαν θα γυρίσεις ξένε μου – με το κεφάλι το σκυφτό
μ΄ αγώνα αδικαίωτο – και με καρδιά θλιμμένη;

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΕΚΣΤΑΣΗ

Φεγγίζει η μέρα – κι ο ήλιος προβάλλει
στις κορφές των βουνών – και χρυσάφι μοιράζει.

Στο γαλάζιο το άπειρο – καράβια φαντάσματα
καημούς φορτωμένα – με ελπίδες και όνειρα
απ΄ εμένα κλεμένα
μια γραμμή ξωπίσω αφήνοντας
που σε λίγο θα σβήσει – σαν θα φτάσουν στην δύση.

Την παλάμη στο κούτελο
αγναντεύω και βλέπω
τον εαυτό μου τον ίδιο – καβάλα σε δαύτα
και ζητάω ένα ρίζωμα – να σταθώ αν υπάρχει
όπου το χω ανάγκη.

Μα η σκέψη ακολολούθα – τα καράβια τα παίρνει
που τις μνήμες τις πήρανε
και στ΄ αμπάρια κρατάνε
και κοντά τους με σέρνουνε – κι ούτε ξέρω που πάνε.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Εν θαλάσση μέγα Θεόν ανευρίσκεσθαι
πάθη ψυχής αξιώνονται
ευχαριστίες υψωθήσονται
παναχράντων μαρτύρων
πατέρων υμών υπεραγίων.

Εν θαλάσση αγώνων πεπλούτισται
δυνάμεων αγαθών, αγάπη αλλήλων
ορθοδόξων στρατιών
κατά βαρβάρων νενίκατε.

Πάτερ Θεέ ευχαριστίες προστρέχομεν
εν θαλάσση Αγίας Τριάς
καλυπτομένην κεφαλήν προσκυνούμεν σε.

Ψυχής δε κεκορεσμένης αγαθώ
πίστεως αγάπης και ελπίδας
ευαρεστούμενοι χορηγό θεία
κεφαλής αγώνων νενικήκαμεν.

Δύναμη επ’ αγαθώ
πάντα θαλάσσης παρουσία σου
δόξα Σοι ο Θεός μου
Εσύ ο του Πατρός μου.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΒΓΕΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ

Οι νύχτες ήταν όμορφες
μ’ ολόγιομο φεγγάρι
τόσο πολύ που ξέχναγε
ο ύπνος να με πάρει.

Κι εκεί κοντά στο λυκαυγές
που σβήνει το φεγγάρι
οι ψαροπούλες έρχονται
κι ακολουθούν οι γλάροι.

Κι όταν φωτίζει η αυγή
κι οι πετεινοί λαλήσουν
ξυπνούνε όλοι οι χωριανοί
την ημέρα τους ν’ αρχίσουν.

Στην δαντελένια την ακτή
να κάθομαι ‘κει χάμω
να σκαν’ τα κύματα απαλά
και να φιλούν την άμμο.

Κι εκεί στην άμμο την ζεστή
να μέτραγα τα άστρα
μέχρι να βγει ο Αυγερινός
εκεί ψηλά στα κάστρα.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΣΑΝ ΣΕ ΚΟΙΤΩ

Σαν σε κοιτώ εικόνα μου
βυθίζομαι
σε γαλανά απέραντα πελάγη
και χάνω και την σκέψη μου
και προσπαθώ και προσπαθώ
ψάχνω για την δική σου
μη λάχει και την βρω.

Σαν σε κοιτώ εικόνα μου
ζαλίζομαι
στο φως όπου σκορπείς
και κλείνω ‘γω τα μάτια μου
στο φως της αστραπής.

Σαν σε κοιτώ εικόνα μου
στο’ ορκίζομαι
στον ουρανό ανοίγομαι
στ’ απείρου τ' όνειρο το χαρωπό
που μου μαγεύει την ψυχή
και τότε μόνο ζω
γι’ αυτό σ’ ευχαριστώ.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΩ

Τραγουδώ το σήμερα
την αυγή που προβάλλει
τραγουδώ για της Άνοιξης
τα ωραία τα κάλλη.

Τραγουδώ μα και θέλω
πεταλούδα να γίνω
να φιλήσω την φτέρη
να χωθώ μες΄ στον κρίνο.

Τραγουδώ για τ΄ αστέρια
τον ουρανό να αγγίξω
γιατί ξέρω μια ημέρα
σαν αστέρι θα σβήσω.

Τραγουδώ και ζητάω
με χαρά να μεθύσω
τραγουδώ τι να κάνω
τραγουδώ όσο ζήσω.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ

Εγώ δεν είμαι δυνατός
τον κόσμο να ορίζω
δεν είμαι ούτε και Θεός
τα πάντα να γνωρίζω.

Εγώ δεν είμαι στρατηγός
ούτε και στρατηλάτης
μικρός είμαι και ταπεινός
της ζήσης στρατολάτης.

Ούτε να γίνω μπόρεσα
σοφός και διαβασμένος
είμαι ένας άνθρωπος απλός
απ’ όλους ξεχασμένος.

Ποτέ μου δεν κατάφερα
να κάνω τα σπουδαία
παρ’ όλο που προσπάθησα
να ‘χω καινούργια ιδέα.

Ατύχησα πρέπει να ειπώ
κι αυτό το ξέρω μόνο εγώ
να γίνω ένα μηδενικό
μεσ’ στου απείρου το άπειρο.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΕΓΩ - ΕΣΥ - ΚΑΝΕΝΑΣ

Απόψε πισογύρισα
στα παιδικά μας χρόνια,
μούσκεψα τα παπούτσια μου
στης θύμησης τα χιόνια
και μοσχανθούς εμύρισα
στης λεμονιάς τα κλώνια.
Για μένα αυτό είναι μυστικό
γιατί το ξέρω μόνο ΕΓΩ.

Απόψε είδα να πέφτουνε
στη γη χίλια αστέρια
δεν έκανα χίλιες ευχές
τι να τις κάνεις τις πολλές,
παρά μονάχα μία,
αλλά αυτή χίλιες φορές.
Αυτή που σου είπα στο αυτί
και την γνωρίζεις μόνο ΕΣΥ.

Άκουσε σε παρακαλώ
κράτα καλά το μυστικό,
κλείστο σε χρυσοκούτι
θάψτο βαθειά μεσ’ στην καρδιά
να μην το μάθει ούτε ένας
να μείνει μόνο σε εμάς
να μην το ξέρει ΚΑΝΕΝΑΣ.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Τριγύρω σκοτάδι
μα μέσα μου φως
στον χρόνο που τρέχει
μια στάση ζητώ.

Σιδερένια τριζόνια
στον βυθό κολυμπούνε
και σε μένα για σένα
τα ρωτώ να μου ειπούνε.

Ο ήλιος επνίγη
μα αύριο θα βγει
κρατώντας στο χέρι
την θεά χρυσαυγή
κορώνα να βάλει
σε όλη την γη.

Το τέρμα μπροστά μου
μα η έννοια μου πίσω
το φεγγάρι μ’ ακούει
μα γιατί να σιωπήσω;

Την σκέψη μου αφήνω
παρέα με σένα
και ρωτάω τι τάχα
γυρεύω στα ξένα.

Τριγύρω σκοτάδι
μα μέσα μου φως
αγώνας μεγάλος
να μείνω ορθός.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΑΤΑΞΙΩΣΟΝ ΜΕ

Θεέ και Κύριε
Συ ο πατήρ μου
Συ κριτής επί παντός δικαίου
Επί ορατών και αοράτων

Στρατηγούντος σου
Νίκας αιώνων
Επί γης αντικρύζομεν
Συ ει ο παντοκράτωρ

Πρεοσευχής προσπίπτω σοι
Άθλον πίστεως μέγαν
Επικαλέσω σοι
Επί αγώνα πνευματικόν
Νικητήν αναδειξαντά με. 

Αρετήν πάσαν δώσεις μοι
υπομόνως διεξάγω μάχας
Συ Κύριε ο Θεός μου
Συ Κύριες του πατρός μου
Γεννεάν επί γεννεών
Νίκας ποιήσω.

Ευχαριστώ σοι
Προσκυνώ σοι
Δοξολογώ σοι
Ψάλλω σοι
Δόξαν σου την θείαν.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΦΤΙΑΞΕ ΘΕΕ

Φτιάξε Θεέ ένα φάρμακο
που όλα να γιατρεύει
το ‘χει ανάγκη ο άνθρωπος
γι’ αυτό και το γυρεύει.

Να μαλακώσει την καρδιά
ήρεμη να την κάνει
γιατ’ απ’ το μίσος το πολύ
σε βάσανα την βάνει.

Φτιάξε Θεέ μου που μπορείς
ότι εσύ νομίζεις
και τον κακό τον άνθρωπο
να τον καλοκαρδίζεις.

Οι γείτονες να χαιρετούν
ο ένας με τον άλλο
να χαίρονται και να μιλούν
κατόρθωμα μεγάλο.

Τις διαφορές ο άνθρωπος
να πάψει να τις ψάχνει
γιατί η ζηλοφθόνια του
μόνο αυτή τις φτιάχνει.

Τ’ αδέλφια να ξαναειπούν
μια ημέρα καλημέρα
να θυμηθούνε ότι έχουνε
την ίδια την μητέρα.

Τα χέρια να απλώσουνε
ο ένας με τον άλλο
να περπατήσουν αγκαλιά
στον δρόμο τον μεγάλο
το δρόμο αυτόνε της ζωής
τον δρόμο της ειρήνης
τον δρόμο Συ που δίδαξες
και που σε όλους δείχνεις.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΗΝ ΘΕΛΕΙΣ

Μην θέλεις να ‘σαι δεύτερος
πάντα να είσαι πρώτος,
όχι σαν φούσκα που ‘σκασε,
μα δυνατός σαν κρότος.

Κι ούτε να είσαι στην ουρά,
μπροστά σου να ‘ναι άλλοι,
πάντα να είσαι συ αητός,
και με ψηλά κεφάλι.

Μην θέλεις να μετράς εσύ,
τις ψεύτικες αξίες,
πάντα να προπορεύεσαι,
μα δίχως αλχημείες.

Μην θέλεις να ‘σαι χαμηλά,
ψηλά να σου αρέσει,
πάντα με την αξία σου
να ‘χεις την πρώτη θέση.

Να μην σ’ αρέσει στα ψηλά
άλλοι να σε κρατάνε
μα πάντα ακριβοδίκαια
όλοι να σε μετράνε.

Να θέλεις με τα πόδια σου,
γερά να περπατάς,
και δεκανίκια ψεύτικα,
ποτέ να μην κρατάς.

Ποτέ σου μην παρακαλείς,
κι ούτε να ικετεύεις,
με το σπαθί το δίκιο σου,
μ’ αυτό να το γυρεύεις.

Γι’ αυτό, φθηνός μην γίνεσαι,
κι ούτε ποτέ να γίνεις,
να στέκεσαι από ψηλά,
και χαμηλά να φτύνεις.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΧΛΩΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Χλωμό φεγγάρι
μήνα Γενάρη
την γη φωτίζεις
και λαμπυρίζεις
στην κάμαρή μου
πότε θα ‘ρθεις;

Χρυσό φεγγάρι
ζητώ μια χάρη
γίνε λυχνάρι
στην κάμαρή μου
μέσα να μπεις
να μου φωτίζεις
όπως ορίζεις
αν το μπορείς.

Γλυκό φεγγάρι
ξανθό παλικάρι
σ’ έχω καμάρι
άλλη μια χάρη
μην μαρτυρήσεις
ότι θα δεις
στην κάμαρή μου
αν μ’ αγαπείς.

Το φως σου θέλω
και το ζηλεύω
έλα πριν δύσεις
παιδί της φύσης
έλα κοντά μου
να με μεθύσεις
το φως της αυγής
μην φοβηθείς.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


Η ΛΑΜΠΡΗ

Όμορφη νύχτα τ' Απριλιού
μ’ αστέρια θείου κάλλους
που ξετρελαίνουν τους μικρούς
μαγεύουν τους μεγάλους.

Η Πούλια κι ο Αυγερινός
τα δυο γλυκοφιλιούνται
και κάνουν νανουρίσματα
σ’ όσους γλυκοκοιμούνται.

Το φεγγαράκι το λαμπρό
στου ουρανού την μέση
τα χέρια μου ψηλά κρατώ
μην μέσα τους και πέσει.

Ο ουρανός ο βασιλιάς
π’ όλα τα εξουσιάζει
τον ήλιο ψάχνει για να βρει
και τούτονε προστάζει.

Ήλιε πολύ μας έλειψες
ώρα να λάμψεις τώρα
σκόρπισε τις ακτίνες σου
σ’ ολόκληρη την χώρα.

Να βγουν οι νύφες κι οι γαμπροί
ω τι χαρά, ω τι γιορτή
ν’ αρχίσουνε τραγούδια
ω τι χαρά, ω τι γιορτή
ήρθε και πάλι η Λαμπρή.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΑΝΕ ΘΕΕ ΜΟΥ

Κάνε Θεέ μου να μπορώ
τον κόσμο να γυρίζω
όπου βρεθώ κι όπου σταθώ
εσέ να μακαρίζω.

Ν’ ακούω αηδόνια να λαλούν
πέρδικες να το λένε
τους Γκιώνηδες ολονυχτίς
τον πόνο τους να κλαίνε.

Να βλέπω κάμπους και βουνά
να πρασινίζουν πέρα
να ζω έξω στην ύπαιθρο
στον καθαρό αέρα.

Κάνε Θεέ μου ότι εσύ
θέλεις κι αποφασίζεις,
εσύ που την ανάσα μου
και την ψυχή μου ορίζεις.

Δεν σου ζητάω πράγματα
σπουδαία και μεγάλα,
να ‘χει η ψωμιέρα μου ψωμί
και το ψυγείο γάλα.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΟ ΓΕΛΙΟ

Μές στη ζωή μας είμαστε – όλοι μια παρέα
σεβόμαστε τον διπλανό – κι΄ έτσι περνάμ΄ ωραία.

Αν έχουμε προβλήματα – ίσως κι ιδιοτροπίες
στο σπίτι τα αφήνουμε – και είμαστε … κυρίες.

Μαζί μας μόνο παίρνουμνε – το κέφι και το γέλιο
αγάπησε τον διπλανό – το λέει και το Βαγγέλιο.

Είναι το γέλιο στην ζωή – φάρμακο στις παθήσεις
αν ξέρεις να χαμογελάς – ποτέ δεν θ΄ αρρωστήσεις.

Εκείνος που χαμογελά – κάνει καλή παρέα
μαζί του όταν βρίσκεσαι – πάντα περνάς ωραία.

Αυτός που δεν χαμογελά – και πάντα είναι στριμένος
ποτέ του και με τίποτα – δεν είναι ευτυχισμένος,
γίνεται ανυπόφορος – κι είναι δυστυχισμένος.

Γιατί δεν εκατάλαβε – πως η ζωή είναι λίγη
τρώγεται με τα ρούχα του – και την ψυχή του πνίγει.

Ξεχνάς όταν χαμογελάς – βάσανα πόνο δυστυχία
και η ψυχή σου αισθάνεται – ατέλειωτη ευτυχία.

Χαμόγελο θα είπεί ζωή – κόντρα στις δυσκολίες
μόνο με το χαμόγελο – έχεις επιτυχίες.

Τούτα τα λόγια είχα να ειπώ – για όποιον δεν γελάει
και για του ψύλλου πήδημα – παρεξήγηση ζητάει.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΡΑΓΟΥΔΩ - ΤΡΑΓΟΥΔΩ

Τραγουδώ τραγουδώ
μ’ όποιον τρόπο μπορώ
το ‘χω ανάγκη αυτό
με τον νου, την ψυχή, την καρδιά μου
θέλω να είμαι καλά
και το ίδιο κι εσείς
όσοι είστε κοντά μου.

Με χαρά τραγουδώ
τον έρωτα και την ειρήνη
την αγάπη για τον διπλανό
την ελπίδα ναι και εκείνη.

Τραγούδια χαρούμενα ή λυπημένα
γραμμένα απ’ εμένα για εσένα.
Τραγούδια νέα ή παλιά
ελληνικά ή ξένα
μα πάντοτε πολύ βαθειά
απ’ την ψυχή βγαλμένα.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


 ΜΝΗΜΗ ΓΟΝΕΩΝ

Των γονιών του τη μνήμη
κανείς δεν ξεχνάει
και για τούτους τους δύο
όσο ζει θα μιλάει.

Τι κι αν λείψουν μια ημέρα
απ’ τον κόσμο αυτό
την ευχή τους την έχει
και το νοιώθει αυτό.

Τα όποια τους λάθη
καλά τους τα κάνει
και ποτέ δεν ξεχνάει να ανάβει
καντήλι, κερί και λιβάνι.

Η θωριά τους δεν σβήνει
και υπάρχει παντού
στην ψυχή στην καρδιά
και στο νου.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΑΡΤΥΡΑ ΕΧΩ ΤΟ ΘΕΟ

Αδέρφι μου της διαφοράς
θέλω γλυκά να με θωράς
δεν σου θολώνω το νερό
μάρτυρα έχω το Θεό.

Δεν μου χρωστάς
δεν σου χρωστώ
μάρτυρα έχω το Θεό.

Μην με μισείς
δεν σε μισώ
μάρτυρα έχω το Θεό.

Έλα αδέλφι μου κοντά
να σφίξουμε τα χέρια
να δώσουμε ένα φιλί
να ανέβουμε στα αστέρια.

Έλα αδέλφι μου κοντά
σου λείπω και μου λείπεις
πόρτες ν’ ανοίξουμε χαράς
να κλείσουμε της λύπης.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ

Μόλις το κάστρο ανεβώ
μαγεύομαι απ’ την θέα
και η ματιά μου σταματά
στον λόφο με τ' αρχαία.

Τα κάστρα μένουν σιωπηλά
κρύβουν καλά τα πάθη
ανθρώπων άλλων εποχών
στης θάλασσας τα βάθη.

Θωρώ την εκκλησιά της Παναγιάς
που είδα στ’ όνειρό μου
λέω ψιθυριστά μια προσευχή
και κάνω τον σταυρό μου.

Γυρίζω πίσω την ματιά
από την Παναγία
μα σαν κοιτώ την θάλασσα
με πιάνει νοσταλγία.

Ποθώ ηλιοβασίλεμα
σ’ ενός χωριού την πόρτα
να θυμηθώ τ' αλλοτινά
τα χρόνια μου τα πρώτα.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΜΟΥ

Καλώς το μου, το χελιδόνι μου!
που με θυμήθηκε, και γύρισε ξανά. Το χελιδόνι μου!
που από τόπο, πικρό και μακρινό - εκίνησε και ήρθε,
κι ας είναι, τόσο δα μικρό! - Το χελιδόνι μου!
Τάχα ποιος ξέρει γοργοφτέρι μου,
τι είδαν τα ματάκια σου - τόσο μακριά που ήρθες;
Αλήθεια, μολόγα μου - να σε χαρώ!
Είδες γαλάζιες θάλασσες - και πράσινα λιβάδια;
Είδες καθάριους ουρανούς - ψηλά βουνά και κάμπους;
Είδες αφράτα σύγνεφα - και κύματα αφρισμένα;
Ολούθε έχει άνοιξη - και πουθενά χειμώνα;
Εκείθε, ανθίζουν και καρπούν - τα δέντρα, τα λουλούδια;
Στα παιδικά τα όνειρα, - πετούνε αγγελούδια;
Είδες πουλάκια να πετούν - αητούς να καμαρώνουν;
ή της ζωής απόμαχους, - την τύχη να μουτζώνουν;
Αλλού αστράφτει και βροντά - όπως και εδώ πέρα;
υπάρχουν τάχα άνθρωποι, - που βλέπουν άσπρη μέρα;
Είδες περήφανους λαούς, - που λεύτεροι να ζούνε;
ή σκλάβους και υπόδουλους, - που λευτεριά ζητούνε;
Φτωχούς, είδες κι ανήμπορους, - παιδάκια να πεινάνε;
κι είδες και αδελφολαούς, - ν’ αλληλοπολεμάνε;
Κοντεύουν να σκουριάσουνε, - τα όπλα τα κανόνια;
να πάψουν να σκορπίζουνε, - το χάρο τόσα χρόνια;
Τα ορφανά, τα μέτρησες - πόσα είναι του πολέμου;
ή μήπως εκουράστηκες, - να τα μετράς καλέ μου;
Στην προσφυγιά θυμήθηκες, - βοήθεια να στείλεις;
ή μήπως επροσπέρασες, - να ‘ρθει ο Άγιο-Βασίλης;
Μολόγα χελιδόνι μου, - αν σου είναι μπορετό.
Έχουν κι αλλούθε βάσανα; - και πίκρες και θανάτους;
Έχουν στέγη οι φτωχοί, και είναι ποδεμένοι;
Έχουν όλοι φάρμακα, - είναι ευτυχισμένοι;
Τάχα, μην είδες κι άρρωστους, - να λιώνουν στο κρεβάτι;
και φαμελιές ολάκερες, - χωρίς βραδιάς αλάτι;
Χρέητα μήπως έχουνε; - η μόρφωση τους λείπει;
γελούνε όλοι ξέγνοιαστα;
ή μήπως έχουν στην ψυχή - θλίψη πολλή και λύπη;
Σέβετ’ ο εις τον άλλονε; - γκρίνια υπάρχει διόλου;
ή μήπως πάν’ όπως κι εδώ, - κι εκεί κατά διαόλου;
Ψωμάκι, έχουνε παντού; - η αγάπη περισσεύει;
ή μήπως η εκμετάλλευση, - κι εκείθε κυριεύει;
Όσα με φόβο ιστόρησα, - μακάρι να είν’ αλλιώς,
για να μπορέσω να ειπώ, - δόξα σοι ο Θεός!
Αχ, σπαθάτο χελιδόνι μου, - πετούμενο γοργό,
μα να σου μοιάσω ήθελα, - να γίνω σαν κι εσένανε,
και να σ’ ακολουθώ.
Σαν ήξερα πως θα ‘κανες, - τόσο μεγάλο κόπο,
θα σου ‘λεγα να πέρναγες, - κι απ’ τον δικό μου τόπο.
Να στείλω, δύο λούλουδα, - ένα μικρό μπουκέτο,
να κάνω μέσα μια ευχή, - μήπως και πα εφέτο.
Να μάθω, για την μάνα μου, - την πολυαγαπημένη,
που η κεφαλή της άσπρισε, - ώσπου να πάω να με δει,
κι ακόμα περιμένει.
Να μάθω για τον κύρη μου - για την παλιά μου γειτονιά
για τα κορίτσια όλα! - θε να σε ρώταγα πολλά,
αν είχες χελιδόνι μου, - ανθρώπινη λαλιά.
Μα εσύ, λαλιά δεν έχεις, - κι εγώ ας σε ρωτώ
πότε ανεβαίνεις, πότε κατεβαίνεις,
μα απόκριση καμία - δεν μου στέλνεις,
μόνο τον αέρα σκίζεις, κάπου κάπου τιτιβίζεις,
την καρδιά μου την ραγίζεις, - μα τι να κάνω εγώ;
και ακόμα καρτερώ !

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΠΑΛΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΩ

Για να μετρήσω θέλησα
τα άστρα ένα βράδυ
μα είν’ αυτά αμέτρητα
και λάμπουν στο σκοτάδι.

Δεν μετριόντε τ' άστρα τα χρυσά
δεν είναι μετρημένα
σαν τα μπουμπούκια στα κλαδιά
που στέκουν ανθισμένα.

Προσπάθησα και βάλθηκα
τα άστρα να μετρήσω
μα δεν μου φτάνει μια ζωή
και τον Θεό παρακαλώ
να μου χαρίσει άλλη μια
πάλι να προσπαθήσω.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΘΕΕ ΜΟΥ

Θεέ εσύ που είσαι ψηλά
παρέα με τα αστέρια
ρίξε ένα βλέμμα σπλαχνικό
στα υψωμένα χέρια.

Στα χέρια αυτά της προσφυγιάς
που γέμισε τη γη σου
κι οι δυνατοί αμφισβητούν
κι αυτή την ύπαρξή σου.

Τα χέρια που υψώνονται
πετάνε περιστέρια
μα όμως οι αντίχριστοι
‘τοιμάζουνε μαχαίρια.

Δος τους Θεέ μου φώτιση
βάλτους Θεέ μου γνώση
γιατί από τους βάρβαρους
κανείς δεν θα γλυτώσει.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Περάσαν και διαβήκανε
της ζήσης μου τα χρόνια
πετάξανε και φύγανε
όπως τα χελιδόνια.

Την εποχή της Άνοιξης
μόνο χαρές μετρούσα
και στο μυαλό δεν πέρναγε
χειμώνα πως θα ζούσα.

Φύγανε όλα βιαστικά
κι ήρθε το καλοκαίρι
φθινόπωρο με τις βροχές
χειμώνας δίχως ταίρι.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΙ

Εψές στη στράτα διάβαινες
φορώντας το μαντήλι
κι επήγαινες κατά πως θες
ν’ ανάψεις το καντήλι.

Κι εκεί όπως εδιάβαινες
με την κορμοστασιά σου
από μακρυά σ’ ακλούθαγα
κι ήμουνα η σκιά σου.

Για τον Άϊ-Γιώργη τράβηξες
χαμόγελο στα χείλη
και για το τάμα πήγαινες
εκεί κοντά στο δείλι.

Το πώς εγώ σε έβλεπα
όμως εσύ δεν είδες
τα μάτια μου τα πονηρά
σαν τις πυγολαμπίδες.

Και όπως σ’ εκαμάρωνα
μέσα στην εκκλησία
μυαλό δεν είχα να σκεφτώ
πως ήταν αμαρτία.

Από το μπράτσο σ’ έπιασα
σου πρότεινα τα χείλη
και μ’ άστραψες και σβουριχτή
Άι-Γιώργη μου τι ήταν αυτή
και είδανε τα μάτια μου
τον ουρανό σφοντύλι.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΚΟΙΤΑΞΑ

Κοίταξα
πρώτα τα τριγύρω μου
και μου είπανε
κοίταξε τα μέσα σου.

Κοίταξα
ύστερα τα μέσα μου
και μου είπανε
κάτσε και άκουσε.

Των αηδονιών την λαλιά
των τελευταίων.

Των νερών των ποταμών
το λιγόστεμα.

Των δέντρων την πνοή
στα δάση που απόμειναν.

Την ανάσα των ζωντανών
που επιμένουνε.

Και φύτεψε τριανταφυλλιές
για να ‘χεις τριαντάφυλλα,
και σπείρε και σπείρε
για να ‘χεις ελπίδα.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΑ

Πιστωτικές και δάνεια - με έχουν πια ρημάξει.
Η οικονομία είναι μηδέν - και ποιος θα την αλλάξει.

Μπαίνω στο σπίτι, δεν μπορώ - συρτάρι δεν ανοίγω
γιατί σαν βλέπω τι χρωστώ - θέλω να ξαναφύγω.

Οι δόσεις μου περάσανε - στην σύνταξη από πάνω
πώς θα βγει ο μήνας που ‘ρχεται - δεν ξέρω τι να κάνω.

Αν μάζευα όλα τα χαρτιά - που μου ‘ρχονται στο σπίτι
θα είχα φτιάξει σίγουρα - έναν ουρανοξύστη.

Δεν ξέρω που να στηριχθώ - που να βρω να πληρώσω
ζητώ από τους φίλους δανεικά - μήπως και τα μπαλώσω.

Μα οι φίλοι μου όταν με ακούν - με δείχνουν και γελάνε
γιατί κι αυτοί από μένανε - περισσότερα χρωστάνε.

Πιστωτικές έχω πολλές - ούτε τα πιν θυμάμαι
με τόσα χρέη στο μυαλό - τα βράδια δεν κοιμάμαι.

Οι τράπεζες είναι πολλές - να προλαβαίνουν όλοι
μα σαν θα έρθει η πληρωμή - σφίγγουνε και οι κώλοι.

Οι κάρτες κι οι λογαριασμοί - ένα βουνό θα φτιάξουν
κι αν φέρουν και οι φίλοι μου - στον Όλυμπο θα φθάσουν.

Μου λένε οι δόσεις λήξανε - και πρέπει να πληρώσω
ξαναζητάω δάνειο - μήπως και τη γλιτώσω.

Μα δε μου δίνουν δάνειο - γιατί παντού χρωστάω
κι αν δεν πληρώσω φίλοι μου - στη φυλακή θα πάω.

Στη φυλακή θα βρω πολλούς - γιατί πολλοί χρωστάνε
απ’ έξω είναι οι πονηροί - που τα οικονομάνε.

Οι κάρτες οι πιστωτικές - μας εγεμίσαν πίκρες
ανάθεμά σε κερατά - που πήγες και τις βρήκες.

Παντού αλήθεια χρωστώ - σ’ αυτόν στον άλλον και αλλού
και τώρα το θυμήθηκα - χρωστάω και στη… Μιχαλού.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

Μια Κυριακή σ’ αντάμωσα - εις το Μοναστηράκι
είχες βαμμένο το μαλλί - βαμμένο το μουστάκι
κι έκατσα και σε χάζεψα - που έκανες σε μια ψηλή
πολύ σκληρό καμάκι.

Και της κοκκορευόσουνα - πως νιώθεις σαν παιδάκι
συνέχεια παινευόσουνα - κλείνοντας το ματάκι,
ότι τα οικονόμησες - και έχεις βάλει το νερό
και τρέχει στο αυλάκι.

Πολλά πολλά της έκανες - διάφορα τσαλιμάκια,
φιλάκια της εχάριζες - συνέχεια την πασπάτευες,
την έλεγες κοπέλα - και μέσα μου σκεφτόμουνα
πως θέλεις μανιβέλα.

Και όταν μείναμε οι δυο - πίνοντας καφεδάκι
λιγάκι εσοβάρεψες - και μου είπες πως σε κυνηγούν
τσούρμο τα θηλυκά - ζητώντας όσα δώσανε
σε σένα δανεικά.

Μου έλεγες πως έμπλεξες - αλί και τρισαλί σου,
και τότε εγώ κατάλαβα - πως έχεις πάντα το χαβά,
που λεν της… κεφαλής σου.

Κι εγώ τι να έλεγα εγώ - πειράζοντάς σε λίγο,
λίγο προτού να φύγω - βρε φίλε βρε αθεόφοβε,
βρε παλιοσκερβελέ - εσύ όπως μου λες χρωστάς,
σε όλους βερεσέ.

Κάτσε λιγάκι φρόνιμα - σεμνά ταπεινωμένα
και μην ειπείς σε άλλονε - αυτά που λες σε μένα,
σκέψου και φρονιμέψου - γιατί, αυτά σου τα καμώματα
μπορεί να σε μπερδέψουν.

Καλέ πατριώτη σ’ αγαπώ - για το καλό σου άκου αυτό
αν δεν στο είπε άλλος - κράτα καπίστρι δυνατό,
και πάρε το απόφαση - πως είσαι πια μεγάλος.

Ένα ακόμα θα σου πω - τιμώ τον λόγο μου εγώ
και αφού με παρακάλεσες - το όνομα δεν λέω
γι’ αυτό να είσαι σίγουρος - κρατώ το στόμα μου κλειστό
κι από τα γέλια… κλαίω.


ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΠΡΟΣ ΤΙ;

Τρέχεις; τι τρέχεις;
πού θέλεις να πας;
στου κόσμου για να ‘βγεις στην άκρη;

Μ’ απέξω ακόμα τον κόσμο κοιτάς
κι αφού μέσα δεν είσαι,
πώς θέλεις για να βγεις;

Αν αλλάξεις και νου και μορφή
κι αν έτσι μπορέσεις και κάνεις
νομίζεις πως τάχα σε τάξη τα βάζεις;

Ποιο ίσως να είναι αλήθεια σωστό
ο αχνός που σταλάζει νερό
ή το νερό που ο ήλιος αχνιάζει;

Ποιο ίσως να είναι τάχα κακό
το νερό που την όχθη με βία την σκίζει
ή η όχθη π’ αυτό το ‘μποδίζει;

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;

- Καλώ σε σε ψάχνω.
- Καλώ σε σε θέλω.
- Οι ώρες καλπάζουν
οι μέρες περνάνε
η νύχτα εχάθη
ο ήλιος ανέβη.

-Τα χρόνια βουνό
κιοτεύει η ζήση.
- Πού είσαι;
- Πού είμαι;
- Απλώνω το χέρι !
- Απλώνεις το χέρι;

- Ας λείψει η έχθρα.
- Ας περισσέψει η αγάπη.
Οι όχθες ας σμίξουν.
- Καλώ σε σε ψάχνω.
- Καλώ σε μου λείπεις.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΤΙΚ - ΤΑΚ

Τικ - Τακ
Στον τοίχο το ρολόι
πότε χαμόγελο και πότε μοιρολόι.

Τικ - Τακ
Νοιώθω στο νου μου
τα βήματά σου.

Τικ - Τακ
ακούω να χτυπάνε
οι χτύποι της καρδιάς μου.

Τικ - Τακ
με φόβο την ψυχή μου γεμίζεις
έφυγες άραγε ή τώρα γυρίζεις;

Τικ - Τακ
αυτός ο ήχος κάτι μου θυμίζει
και αυτή η βροχή που μουρμουρίζει.

Τικ - Τακ
η απουσία σου με βασανίζει
και αυτός ο βορειάνεμος άγρια σφυρίζει.

Τικ - Τακ
η φωτογραφία σου στη θέση της
χέρι δεν την αγγίζει.

Τικ - Τακ
στην πόρτα προβάλλω που τρίζει
γιατί αργείς, γύρισε πίσω. Αξίζει !

Τικ - Τακ
το μυαλό μου φοβάμαι πως στρίβει
κι η απελπισία μου με πλημμυρίζει
απόφαση πάρτο μου λέει:
Έφυγε πλέον και δεν… ξαναγυρίζει !

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


 ΤΟ ΓΕΛΙΟ

Φίλοι μου να μην ξεχνάτε
είν’ ανάγκη να γελάτε.

Το γέλιο είναι βάλσαμο
το γέλιο δυναμώνει
μπροστά στο γέλιο χάνονται
κι οι πιο μεγάλοι πόνοι.

Υπάρχουν γέλια ολόγλυκα
σαν ήχος θείας νότας
και γέλια που θυμίζουνε
κακάρισμα της κότας.

Γελάτε ελεύθερα λοιπόν
με κάθε ευκαιρία
γελάτε όσο θέλετε
αλλά προσέξτε μόνο…

να μην γελάσετε ποτέ
με τ' αλλουνού τον πόνο.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ





ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Μια παλιά φωτογραφία - που ‘χω μεσ’ στο πορτοφόλι,
κάθε που τηνε κοιτάζω - είναι η ζωή μου όλη.

Τις μιλώ, μα δεν μιλάει - και ακίνητη κοιτάει
με τα μάτια τα θλιμένα - και τον νου στα περασμένα.

Σκέπτεται μα και θυμάται - όμορφες στιγμές ωραίες
τους χορούς και τα τραγούδια - και τις παιδικές παρέες.

Τις χαρές μα και τις λύπες - που την πλάτη μου βαραίνουν
τον αγώνα, τις προσπάθειες - τη ζωή που ομορφαίνουν.

Τηνε πνίγουν οι αναμνήσεις - δεν μπορεί να τις μετρήσει
κι αν βαλθεί αυτό να κάνει - άλλη μια ζωή δε φτάνει.

Πόσα θα είχε να λαλήσει - αν μπορούσε να μιλήσει
κι απ’ το πέρασμα του χρόνου - αναμνήσεις να αντλήσει.

Αν μπορούσε να ειδεί - την σημερινή την άλλη
θα ‘λεγε δεν την γνωρίζω - κι ούτε θέλω να την ξέρω
γιατ’ εγώ είμαι ένας νέος - και η άλλη ένας γέρος.

Σίγουρα θα είχε τρομάξει - εάν θα ‘βλεπε την άλλη
και θα έλεγε και τούτη - παν τα νειάτα παν τα κάλλη.

Θα την σκίσω δεν την θέλω - αφού τα παληά θυμίζει
και μου κάνει την ψυχή μου - να πονά και να δακρύζει.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ

Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ

Ετούτην την παραβολή είπε ο Κύριος τότε:
Ένας γονιός με δυο γυιούς - άξιος προκομμένος,
εζούσε βίο ήρεμο, - πολύ ευτυχισμένος.
Ώσπου μια μέρα ο μικρός, - απείθαρχος του λέει:
Πατέρα, δος ‘μου από το βιός σου - ότι κι αν μου ανήκει,
τι σ’ άλλον τόπο άγνωστο - θέλω να πα’ να ζήσω.
Κι εκείνος με βαρειά καρδιά - του κάνει το χατίρι.
Το μερδικό του του’ δωσε, - μα όχι την ευχή του,
κι ο γυιός, καβάλα στ’ άλογο, - πηγαίνει σε άλλα μέρη.
Κι εκεί όπου νυχτώθηκε, - διαλέγει για να ζήσει,
κι αρχίζει σπάταλη ζωή - να ζει στον ξένο τόπο.
Όλο το βιός του ξόδεψε, - και τα υπάρχοντά του,
όχι σε έργα αγαθά, - αλλά στην ασωτεία.
Μα να, σε λίγο έπεσε - στη χώρα δυστυχία
κι ο γυιός στερήθη το φαΐ, - και το ψωμί ακόμα.
Τρέχει και πάει στον άρχοντα, - πολύ ταπεινωμένος.
Πάρε με άρχοντα καλέ, - να σε υπηρετήσω,
μόνο φαΐ να μου ‘δινες - την πείνα μου να σβήσω.
Κι εκείνος τονε συμπονεί, - χοιροβοσκό τον παίρνει,
να βόσκει όλα του τα ζα, - εις τα λιβάδια πέρα,
να τρώει ξυλοκέρατα, - όπως και τα γουρούνια.
Και τότε πια νοστάλγησε, - το πατρικό του σπίτι,
και του ‘ρθε η επιθυμιά, - πίσω για να γυρίσει.
Και στον πατέρα κίνησε, - με μαύρο δάκρυ κλαίει:
Πατέρα είμαι άμυαλος, - ζητώ συγχώρεσή σου,
μα με τους δούλους βάλε με, - ψωμί να φα σαν κείνους,
το ξέρω πως σε πόνεσα, - κι εσένα και τη μάνα.
Και του πατέρα η καρδιά, - καθόλου δεν διστάζει
καλεί τους δούλους γύρω, - και αμέσως τους προστάζει:
Ετούτος δω είναι ο γυιός, - ο παραπλανημένος,
ο γυιός μου, που μου χάρισε, - πίκρα, τρανή περίσσεια.
Μα όμως είναι αίμα μου, - κι εγώ είμαι ο πατέρας,
να τον κακίσω δεν μπορώ, - ότι κι αν μου ‘χει κάνει.
Κι ευθύς αγκαλιαστήκανε, - και κλαίνε, κλαίνε, κλαίνε,
και εις τους δούλους έστρεψε, - και πάλι τους προστάζει:
Φέρτε του όλα τα καλά, - τα γιορτινά του ρούχα,
βάλτε τα δαχτυλίδια του, - κρεμάστε τα χρυσάφια,
και σφάχτε αμέσως τώρα δα, - το σητευτό μοσχάρι.
Φέρτε και όλα τα βιολιά, - και το χορό αρχίστε,
ο γυιός μου πίσω γύρισε, - πιότερο μυαλωμένος.
Κι αρχίζει ένα ξέφρενο, - γλέντι πολύ μεγάλο,
ίσια με που ο άλλος γυιός, - στην πόρτα ξεπροβάλλει.
Απ’ τους αγρούς εγύριζε, - με κούραση κι ιδρώτα
και σαν μαθαίνει τι έγινε, - δεν διάβαινε την πόρτα…
Και με περίσσεια την οργή, - ρωτάει τον πατέρα:
Γιατί πατέρα μου, γιατί, - μια τέτοια αδικία,
να κάνεις σε εμένανε, - που τόσα χρόνια τώρα,
σ’ υπηρετώ σε σέβομαι, - κι ότι μου λες το κάνω;
Γιατί σ’ αυτόν τον άσωτο, - τον σπάταλο αδελφό μου,
γιατί του χάρισες πολλά, - το σητευτό μοσχάρι;
κι εμένα δεν μου χάρισες, - ποτέ ούτε ένα κριάρι;
Και πάλι κλαίει ο γέροντος, - κι οι δυο είναι παιδιά του,
κάτι από μέσα του μιλά, - μιλάει και η καρδιά του,
σκληρός να γίνει δεν μπορεί, - κι ετούτος έχει δίκιο.
Τότε απλώνει του τα δυο, - τα μπράτσα και τον σφίγγει,
ευχές του δίνει άπειρες, - στα μάτια τον κοιτάζει,
και κράζει και τον άσωτο, - να ‘ρθει κοντά και τούτος.
Κι αγκαλιασμένοι και οι τρεις, - γίνονται ένα κουβάρι,
και κλαιν, και κλαιν όλοι μαζί, - και τότε βγήκ’ ο ήλιος.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΟΡΦΑΝΗ

Είχε μια μάνα ένα γυιό - λεβέντη παλικάρι
άνδρα πρωτοπαλίκαρο - σε όληνε την χώρα,
του τόπου αρχοντόπουλο - από τους πρώτους πρώτο
ένα μορφάγγελο σωστό - στην χώρα ξακουσμένο,
που οι κοπέλες πόθαγαν - στον δρόμο ν’ απαντήσουν
που και οι γριές λαχτάραγαν - το μάτι του να στρέψει.

Και τον ζηλεύανε πολλοί - που ήταν γυιός αφέντη
και τον καλοτυχίζανε - κι όλοι στην άκρη κάναν
για να διαβεί η ομορφιά - των είκοσι Μαΐων.

Και τούτος πια καμαρωτός - καβάλα στο άλογό του
και με τα γκέμια τα χρυσά - την ασημένια σέλα
συριάναγε δώθε κι εκεί - στις ρούγες κάθε μέρα.

Χίλιες κοπέλες βγαίνανε - εις τα μπαλκόνια όλες
κι άλλες πετούν βασιλικό - κι άλλες μαντζουράνα
και μια φτωχή μα ορφανή - τίποτα δεν πετάει.

Κι ευθύς σταμάτησε ο νιος - κρατάει το άλογό του
και την κοπέλα ρώτησε - και την διπλορωτάει:
Ποια είσαι εσύ που δεν πετάς - και λούλουδα δεν ρίχνεις;
ποια είσαι εσύ που το ‘κανες - να με περιφρονήσεις;

Της χήρας κόρη είμαι εγώ - που ‘χεις στη δούλεψή σου
να σε κοιτάξω δεν μπορώ - γιατί είσαι συ αφέντης
κι εγώ φτωχή και ταπεινή - και αυτό πώς να το κάνω;

Κι ο νιος πέφτει σε συλλογή - στην μάνα του πηγαίνει
και την ρωτά να του ειπεί - τι τάχα για να κάνει.
Γυιέ μου εμέ μην με ρωτάς - έτσι αυτή του λέει
ρώτησε την καρδούλα σου - με γνώση μόνο σκέψου
κι ότι εκείνη θα σου ειπεί - τούτο κι εσύ να πράξεις.

Κι ο νιος ρωτάει την καρδιά - με φρόνηση περίσσεια
και την κοπέλα την φτωχή - γυναίκα του την κάνει.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΛΑΡΙΤΖΗ

Ένας νιος, πολύ γλεντζές, - και παλικάρι πρώτο,
ίσια δυο μέτρα άντρακλας - καμαρωτός, λεβέντης,
με μαύρα μάτια όμορφα - με τα δασιά μαλλιά του,
σπουδαίος ήταν κλαριτζής - κρίμα στη λεβεντιά του.

Που στην αυλή του κόνεψε - ο χάρος μια ημέρα,
κι ανεσηκώθη η κλαριτζής - κρασί πάει να φέρει,
λες κι ήταν φίλος του καλός - για να τόνε κεράσει,
λες κι ήταν και τραγουδιστής - μαζί να τραγουδήσουν.

Κάθισε κάτω κλαριτζή - ο χάροντας του λέει,
άσε τα καλοπιάσματα - άσε και το κλαρίνο,
κι άρχισε να ‘τοιμάζεσαι - βάλε καινούρια ρούχα,
λούσου, στολίσου, δύστυχε - κι έλα στον κάτω κόσμο.

Μα εξαφνιάστη ο κλαριτζής - κι αυτά του λέει λόγια:
Αν είναι χάρε για να ‘ρθω - κάνε μου μια χάρη,
να πάρω το κλαρίνο μου - να το ‘χω συντροφιά μου,
εκεί στου Άδη τα κελιά - στερνή παρηγοριά μου.

Που ‘χω μια αγάπη όμορφη - εκεί στον κάτω κόσμο,
που κάθε τόσο στο όνειρο - μου διπλοπαραγγέλνει,
να μην ξεχάσω όταν πα - κι εγώ για να την εύρω,
να πάρω το κλαρίνο μου - γλυκούς σκοπούς να παίζω.

Και εγελάστη ο χάροντας, - και του ‘κανε τη χάρη,
κι ο κλαριτζής στα σκοτεινά - του Άδη σαν προχώρει,
με το κλαρίνο αγκαλιά - ψάχνει να βρει την κόρη
και πως του παράγγελνε - εκείνη στα όνειρά του.

Και σαν την βρήκε κι έκατσαν, - πολλά να θυμηθούνε
εμερακλώθη ο κλαριτζής - κι αρχίζει πια να παίζει
κι εξεμυαλίστηκαν οι νιές - κι ούλα τα παλικάρια
κι εξεμυαλίστηκαν οι γριές - και ούλοι οι γερόντοι.

Κι ευθύς το γλέντι στήσανε, - χορό και πανηγύρι,
και τα σκοτάδια λάμψανε - κι έγινε μεσημέρι,
και τα δεντρά ανθίσανε - κι η Άνοιξη επέστη,
και όλοι τραγουδούν μαζί - πως ο Χριστός ανέστη.

Και εχολώθη ο χάροντας - με ταραχή μεγάλη,
σκούζει στα βελζεβούλια του - τον κλαριτζή να πιάσουν
κι ως που να πάρουν είδηση - και μέσα στην οχλοβοή,
προλάβαν τότε οι νεκροί - στου πάνω κόσμου τη ζωή
όλοι να του το σκάσουν.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΓΥΙΕ ΜΟΥ ΓΛΥΚΕ ΜΟΥ ΚΑΛΕ ΑΚΡΙΒΕ ΜΟΥ

(Κάθε άνθρωπος έχει την δική του Παναγιά.
Την μάνα του!
Και το δικό του Χριστό.
Το παιδί του).

Το κουβάρι του χρόνου γοργά ξετυλίγει,
κι η μεγάλη της γέννησης ώρα,
όπου να ναι προβάλει.
Και τότε ω τότε!
Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Ατέλειωτες ώρες,
Και παγερές νύχτες ξάγρυπνη
συντροφιά με τα αστέρια στην κούνια,
σου κάνω καλέ μου.
Με κούραση πόνο και αγωνία σαν στέκω,
Και την κάψα από σένα,
όλη εγώ θε να πάρω ακριβέ μου,
κι όταν μύριοι οι φόβοι,
την ψυχή μου για σε κυριεύουν,
και η σκιά του χαμού σου,
στο μυαλό μου φωλιάζουν.
Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Το ξεμάκρυσμα του κινδύνου σαν γένει,
και τον λίγο αντρειωμό σου θωρώ τον, καλέ μου,
με χαρά ανείπωτη και ευτυχία,
τα λογικά μου τον φόβο,
για τα σε, μακριά αλαργεύουν.
Και το τάμα που κάνω για σένα γλυκέ μου,
στ΄ ουρανού το πλάτος, και της γης δεν χωράει.  
Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Παιδόπουλο ολότελα, καινούργιο σκαρούδι,
σαν θωρώ σε πως είσαι, της σάρκας μου σάρκα
και των σπλάχνων μου έργο,
και γέννημα καταδικό μου, σαν λογιέμαι ακριβέ μου.
Τα χαρωπά σου λογάκια, ως καυτή άμμος ρουφάω,
τα τρικλιστά σου αχνάρια μετράω,
κι ακολούθει σε παίρνω,
και να σε βλέπω, ποτέ δεν χορταίνω.
Το μέστωμα σου σαν βλέπω,
και τα πρώτα εμπόδια στον δρόμο που βρίσκεις,
με τα σε κρυφομοιράζω γλυκέ μου,
και σαν γίγαντας μάνα,
να σε βοηθήσω να περάσεις παλεύω.
Τον Γολγοθά των σπουδών σου,
την ανηφόρα σαν παίρνεις,
και της ζήσης θεμέλια χτίζεις καλέ μου,
μη και νομίζεις πως δεν συμμετέχω;                                    
κι αν φορές – φορές,
αγριεμάρα σου δείχνω μπροστά σου,
μα το δάκρυ σφουγγίζω κρυφά σου.
Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Του «αυστηρού» σου πατέρα σαν τρέμεις το βλέμμα,
που κι εκείνος γλυκέ μου, πονάει για σένα,
όλο μη και μη, σου φωνάζει καλέ μου,
και ορμήνειες πολλές σ΄ αραδιάζει,
κι αγκαλιά να κουρνιάσεις γυρεύεις καλέ μου
όλα εγώ καλά, σου τα έχω φτιαγμένα.
Σαν με σφίγγεις, στα δυο σου τα μπράτσα.
Το πώς άνδρωσες νοιώθω γλυκέ ακριβέ μου
να ξεφύγω καμώνομαι τάχα
μα πιο ζεστή αγκαλιά η λωλή που θε να βρω ειπέ μου.
Θηρίο μικρό μου, της μήτρας μου φύτρα,
ποιος σου είπε, πως δεν σε αγροικάω;
σαν το χνούδι στο μάγουλο σου,
ροδάκινο ώριμο, ίδιο λες και θωράω.
Μικρό μου ηφαίστειο, που θέλεις να σκάσεις
υπομόνεψε λίγο, την ζωή να χορτάσεις.
Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Στην γωνιά την καντήλα ανάβω,
φωτερό να σου κάνει το διάβα για πάντα,
ευχές μύριες,  απ΄ της ψυχής μου τα μύχια κάνω,
για των αγγέλων οι φτερούγες,
απαλά να σε αγγίζουν γλυκέ μου,
και γι΄  αυτό τον σταυρό προσκυνάω.
Την όποια σου πρόοδο, μικρή ή μεγάλη,
η ψυχή μου αγαλιά και θαυμάζει,
και τα μάτια υγρά απ΄ τα δάκρυα,
να ειδούνε άλλη απ΄ τη θεωριά σου, δεν λένε.
 Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Τα όποια σου λάθη, π΄ άθελα σου θα κάνεις,
κι άνθρωπος ν΄ αποφύγει, μπορετό δεν εγένει,
με βάλσαμο να τα ραντίσω,
και να κάνω μικρότερα θέλω.
Τον κόπο σου, και τη κούραση σου,
και τον όποιο καλέ κιοτεμό σου,
ν΄ απαλύνω αν μπορούσα γυρεύω,
και το βάσκανο να λείψει από εσένα ευχιέμαι,
και τις μοίρες μελώνω, καλομοίρες να γίνουν
και την ζήση σου πάντα να οδηγούν στο καλό.
Και για τούτο μπροστά σου, πορεύομαι γυιέ μου,
δρόμο ίσιο και λεύτερο, ν΄ ανοίξω για σε,
κι ΄ανεμπόδιστα εσύ να περάσεις.
Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Της νιότης σου η ορμή σαν θε νάρθει καλέ μου,
και τις όποιες σου πίκρες, που και που με ποτίζεις,
να θυμάμαι δεν θέλω καθόλου γλυκέ μου,              
μόν’ το βλέμμα μου στρέφω,
να ειδή το δικό σου, καλέ μου.
Και σαν θαρθεί η ώρα εκείνη,
κι από εμένα την μάνα σου φύγεις,
κι ΄ανερώτηγα, η καρδιά σου αλλού,
σε γυναίκα άλλη, κοντά της πετάξει,
Και τη νιότη ανυπόταχτη, και αιχμάλωτος εσύ αγροικήσης,
τον δικό μου τον πόνο συλλογίσου καλέ μου,
και λογική και τυχερή απόφαση πάρε γλυκέ μου.
Γυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!
Την όποια μου ορμήνεια, με συμπάθεια και ήρεμα δέξου,
να σε φυλάξω από κακοτυχιά πιθυμάω καλέ μου,
και την σοφία μου σε σένα να δώσω,
φυλαγμένη στα άσπρα μαλλιά μου που έχω, γλυκέ μου.
Και σαν απόφαση τέλεια, πάρεις
γυιέ μου μονάκριβε μου,
κι η δική μου η γνώμη, ν΄ ακουστεί περιττεύει
καλότυχη ας είναι εκείνη,
που ταίρι σου ξεχώρισες, εσύ να την κάνεις.
Και η ώρα; Καλότυχη να είναι κι εκείνη,
Και στους πέντε ανέμους ας σκορπίσει καλέ μου,
ο δικός μου ο φόβος.
Κι όταν ο σπόρος που εσύ έσπειρες,
καρπίσει πλέον καλέ μου,
τα μαλλιά τα δικά μου, κατάσπρα θε να ναι,
και καμάρι θα το χω που και συ αξιώθεις,
πριν εγώ τα μάτια μου κλείσω,
την δική μου χαρά, κι εσύ να την νοιώσεις.
Το παιδί σου στα χέρια, με λαχτάρα σαν πιάσω,
που παιδί και δικό μου, θα είναι γλυκέ μου,
μια ματιά στην εικόνα θα ρίξω καλέ μου,
και δυο φορές, και τρεις, θα φωνάξω:
Διπλόγυιέ μου, γλυκέ μου, καλέ ακριβέ μου!

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΖΗΤΩ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΠΡΑΒΟ ΜΑΣ

Στις θάλασσες - πνιγόμαστε.
Στα δάση μας - καιγόμαστε.
Απ΄ τους σεισμούς - κουνιόμαστε.
Στους δρόμους - σκοτωνόμαστε.
Για ψύλλου πήδημα - μαχαιρωνόμαστε.
Ως πολίτες - φανατιζόμαστε.
Σε κλίκες - χωριζόμαστε.
Ως συνειδήσεις - ξεπουλιόμαστε.
Ως έθνος - ψαχνόμαστε.
Από τους γειτόνους - απειλιόμαστε.
Ημέρα με την ημέρα - σωνόμαστε.
Ως βουλευτές - βολευόμαστε.
Ως λαός - τρωγόμαστε.
Στην δουλειά δεν - στρωνόμαστε.
Για πρόοδο δεν - νοιαζόμαστε.
Στις αδυναμίες δεν - αντιστεκόμαστε.
Στην παιδεία δεν - παιδευόμαστε.
Στις εξυπνάδες δεν - πιανόμαστε.
Ως άνθρωποι - βριζόμαστε.
Στα μάτια δεν - βλεπόμαστε.
Ένας τον άλλο - υποπτευόμαστε.
Καθόλου δεν - σεβόμαστε.
Με το παραμικρό - θιγόμαστε.
Στις συζητήσεις - αρπαζόμαστε.
Δύσκολα - συννενογιόμαστε.
Χωρίς λόγο - τσακωνόμαστε.
Ούτε και - συνεργαζόμαστε.
Ως θρησκεία - σκανδαλιζόμαστε.
Για όλα - παραπονιόμαστε.
Από τα λάθη μας δεν - διδασκόμαστε.
Για τους αρχαίους προγόνους - υπερηφανευόμαστε.
Από την σοφία τους δεν - οφελιόμαστε.
Μας ταιριάζουν πολλά - όμαστε.
Κι όμως αντέχουμε κι όμως - βρισκόμαστε.
Και δεν ντρεπόμαστε που δεν ντρεπόμαστε.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΤΟΥΤΗ Η ΓΡΑΦΗ

Για σένα τούτη η γραφή – νιούτσικο αγόρι
που νόμισες πως η ζωή – είναι παρθένα κόρη.

Πόρνη είναι φίλε μου μικρέ – άξια να την μισήσεις
μα δίχως άλλη επιλογή – πρέπει μ΄ αυτή να ζήσεις.

Έχω πολλά να σου ειπώ – πολλά να μολογήσω
για την στερνή σου τη ζωή – αντρίκια να μιλήσω.

Μήπως σε κάνω για να δεις – με μάτια της ψυχής σου
τι χρώμα έχει η ζωή – τι ρώμη το κορμί σου.

Συγχώρα μου τις λέξεις μου – νοιώθεις σαν μαθητούδι
Μα είσαι άπειρος πολύ – και μόλις βγάζεις χνούδι.

Άκου και βλέπε το λοιπόν – την ομορφιά της ζήσης
και σε τι πόλεμο θα μπεις – αν θέλεις να την ζήσεις.    

Μα το Θεό χαλάλι σου – ο κόπος που θα κάνεις
μα πρόσεχε τις μαχαιριές – που πρέπει να τις γιάνεις.

Αφού γεννήθηκες λοιπόν - γροίκα τι να προσέξεις
να κάνεις πόλεμο σωστό – αν θέλεις για ν΄ αντέξεις.

Πρώτα απ΄ όλα αγόρι μου – να ειδής την μπόρεσή σου
και ύστερα με φρόνηση – μέτρα την δύναμή σου. 

Μην ξεπερνάς αντίπαλο – κοιτώντας τον στην όψη
μέτρα καλά τα μέσα του – αν θες να μην σε κόψει.

Δέκα φορές να τον μετράς – και μιά να κόβη η σκέψη
γιατί η έχθρητα η πολλή – και σε θε να παστρέψει.

Και μην ξεχνάς ο στόχος σου – δεν είναι να νικήσεις
μα ύστερα από αυτό – να συνεχείς να ζήσεις.  

Τι να το κάνεις νικητής – στον πόλεμο να βγαίνεις
αν από τις πολλές πληγές – ύστερα να πεθαίνεις;

Υπάρχει όπλο δυνατό – να το κρατάς για χρεία
μα δεν πουλιέται πουθενά – και λέγεται φιλία.

Στα δύσκολα θε να το βρεις – και στις τραχειές πορείες
ψάξε μέσα στο είναι σου – για ηθικές αξίες.

Είναι πορεία δύσκολη – θα πέσεις θα ματώσεις
μα το – εγώ – να πολεμάς – αν θέλεις να την νοιώσεις.
Αυτός παιδί μου ειν΄ ο εχθρός – τον άντρα που παιδεύει
κάνει το νου του σφαλερό – στην πράξη να κιοτεύει. 

Έν’  άλλο όπλο δυνατό – που πρέπει να φορέσεις
Δικαιοσύνη λέγεται – βαρύ αν το μπορέσεις.                  

Μα άνδρας αν θες να φαίνεσαι – και νόημα να δώσεις
πρέπει σου έστω στανικώς  - το βάρος να σηκώσεις.

Δύσκολος ρόλος κι άχαρος – φθείρεσαι και χαλιέσαι
μα δίχως αυτό τ΄ αρμάτωμα – για άνδρας δεν περνιέσαι. 

Μπορεί να παραφόρτωσα – του νου σου το γιατάκι
διαφέρει όμως ξέρετο – ο άνδρας απ΄  τ΄ αντράκι.

Και για στερνό σου φύλαξα – χρυσόβουλο δεμένο
όπλο τρανό και πλουμιστό – και ξόμπλι παινεμένο.

Να το φοράς εσώψυχα – στο πιο ψηλό σημείο
γιατί είναι ξόδι ιερό – προγόνων σου μνημείο. 

Μόνο στη θώρη του ο εχθρός – θα σκύβει το κεφάλι
γιατί που να βρη ο καψερός – τα εδικά του κάλη;

Στο άνοιγμα η βούλα αυτή – Έλληνα φανερώνει
την αλυσίδα να κρατά – τον κόσμο να ενώνει.

Κοντολογίς ελόγου σου -  Έλληνας για να γίνεις
μάθε την γλώσσα να μιλάς – την γλώσσα της Ειρήνης.

Δεν έχω την τύχη την καλή – λέξεις να συνταιριάξω
κι ίσως νοήματα μισά – μονάχα να μοιράζω.

Μα ψάξε μεσ΄ στα λόγια μου – μπορεί να΄ χουν αξία
κάτι μικρό να, τόσο δα – να έχει σημασία. 

Θα είμαι πάντα δίπλα σου –  όταν θα με ζητήσεις
λίγη ψυχή να δανειστείς – να πορευτείς να ζήσεις. 

Και να χεις πάντα κατά νου – τηζήση να πιστώσεις
αφού την πήρες δανεική – στον πλάστη θα την δώσεις.

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΕΧΟΥΜΕ ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ ΛΟΙΠΟΝ;

Έχουμε περίσσευμα, από κουφούς που δεν ακούνε,
και έλλειμμα, από καλούς που πειθαρχούνε.
Έχουμε περίσσευμα, από φελλούς που κολυμπούνε,
και έλλειμμα, από αυτούς που σοβαρολογούνε.
Έχουμε περίσσευμα, από αδέσποτους σκύλους,
και έλλειμμα, από έμπιστους φίλους.
Έχουμε περίσσευμα λοιπόν, από τη ράτσα των βλακών,
και έλλειμμα, από τη μάρκα των σοφών.
Έχουμε περίσσευμα από λογής – λογής παράσημα,
και έλλειμμα από στήθη άξια και διάσημα.
Έχουμε περίσσευμα λοιπόν;
από εμένα, από εσένα, από αυτόν;
Έχουμε περίσσευμα από υποσχέσεις,
και έλλειμμα από εργασίας θέσεις.
Έχουμε περίσσευμα που λες, από χειροκροτητές,
και έλλειμμα από σωστούς μελετητές.
Έχουμε περίσσευμα, από εκείνους που ξαφρίζουν,
και έλλειμμα, από εκείνους, που τα ταμεία τα γεμίζουν.
Έχουμε περίσσευμα, από ρήτορες που λαλούν,
και έλλειμμα, από αυτιά να τους ακούν.
Έχουμε περίσσευμα, από μικρούς κι από φτηνούς,
γιατί είναι αμεταχείριστος ο νους.
Έχουμε περίσσευμα, από ψευτιές,
και έλλειμμα, από αποφάσεις σοβαρές.
Έχουμε περίσσευμα λοιπόν;
από εμένα, από εσένα, από αυτόν;
Έχουμε περίσσευμα, από άδικους που αδικούνε,
και έλλειμμα, από δικαστές για να τους τιμωρούνε.
Έχουμε περίσσευμα, από ύπουλους που χτυπούνε,
αλλά και από περήφανους, που τους περιφρονούνε.
Έχουμε περίσσευμα, από ληστές που εκτελούνε,
και έλλειμμα, από χωροφύλακες για να τους κυνηγούνε.
Έχουμε περίσσευμα, από αστυνόμους,
γι΄ αυτό ο τόπος γέμισε από παρανόμους.
Έχουμε περίσσευμα, από υποκινούμενους                     
και έλλειμμα από σταθερά στεκούμενους.
Έχουμε περίσσευμα, από ναρκωτικά, ληστείες, διαρρήξεις,
γιατί οι νόμοι είναι «ήξεις αφήξεις».
Έχουμε περίσσευμα λοιπόν;
από εμένα, από εσένα, από αυτόν;
Έχουμε περίσσευμα, από λουφαδόρους – κομπιναδόρους
και από πονηρούς, που δεν πληρώνουν φόρους.
Έχουμε περίσσευμα, από τενεκέδες που κροτούνε,
αλλά και πολλούς που τους χειροκροτούνε.
Έχουμε περίσσευμα, από αρουραίους,
και έλλειμμα, από μπεσαλήδες, και ωραίους.
Έχουμε περίσσευμα, από πεσιμιστές,
γιατί φαγοσποριάσανε οι οραματιστές.
Έχουμε περίσσευμα, από κατευθυνόμενους,
σημερινούς αυριανούς και επόμενους.
Έχουμε περίσσευμα, από μικρότητες,
και μπόλικο πράγμα, από αθλιότητες.
Έχουμε περίσσευμα λοιπόν;
από εμένα, από εσένα, από αυτόν;
Έχουμε περίσσευμα, από ξεβρακώματα,
γιατί αυτό βολεύει όλα τα κόμματα.
Έχουμε περίσσευμα, από αδιαφορία,
γι΄ αυτό και συνεχίζεται, αυτή η ιστορία.
Έχουμε περίσσευμα, από άγνοια,
γιατί στερέψαμε από διάνοια.
Έχουμε περίσσευμα, λοιπόν,
από «άνδρες» και από «γυναίκες» ιμιτασιόν.
Και πώς να κάνεις τον διαχωρισμόν,
μεταξύ των «σκληρών»  και των «μαλακών».
Αυτή είναι η σημερινή η κοινωνία,
όπως λέγεται,
και αν κάτι σας αρέσει,
παίρνετε και διαλέγετε.
Συγνώμην, ζητάω, για την αταξία,
τέτοια μπόρεσα, να τις βγάλω …. φωτογραφία.  

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΝΕΕ ΚΑΙ ΝΕΑ
Διάβασε τούτες τις ορμήνειες, και λάβετε τες ωσάν παρακαταθήκη από την ταπεινότητα μου, αν έτσι σου πρέπουν, και μπορετό σου είναι.

ΚΛΕΙΣΕ τα μάτια σου, και βούλωσε τα αυτιά σου, στις άπειρες σειρήνες, και στους πολύχρωμους και γαργαλιστούς πειρασμούς που σε περιβάλλουν.
ΚΛΕΙΣΕ τα μάτια σου, και βούλωσε τα αυτιά σου, σε εκείνους, που θέλουν και προσπαθούν να σε ξεγελάσουν, αποβλέποντας να τρυγήσουν τα νιάτα σου, για να σε οδηγήσουν σε παγίδες χωρίς γυρισμό, και γλιστρερά μονοπάτια, που οδηγούν στην τέλεια απώλεια. Από εκείνους, που θέλουν να καψαλίσουν τα φτερά σου, και να καπηλευτούν τα όνειρά σου. Οι παράδεισοι που σου υπόσχονται είναι ψεύτικοι, και η κατάληξη τους θάνατος, και μόνο. Η αλήθεια είναι αλλού, κοντά σου, δίπλα σου.
ΚΑΝΕΝΑΣ δεν σε αγαπά και δεν σε νοιάζεται περισσότερο, από την μάνα σου, και τον πατέρα σου, και τον δάσκαλο σου. Ούτε κανένας άλλος, χαίρεται με την χαρά σου, και λυπάται με την λύπη σου, περισσότερο από αυτούς.
ΚΛΕΙΣΕ τα μάτια σου, και βούλωσε τα αυτιά σου, στην ξενόφερτη και επικίνδυνη νοοτροπία, που ζητά και πασχίζει, να ξεριζώσει την ελληνικότητα της νεανικής ψυχής σου. Οι εχθροί της φυλής μας, δεν είναι λίγοι, και τα μέσα που μεταχειρίζονται, είναι ακόμα περισσότερα.
ΝΕΕ ΚΑΙ ΝΕΑ
Γύρισε την πλάτη σου σε όλα αυτά, και ψάξε πέρα από αυτά, για να διαμορφώσεις το πνεύμα σου, και τον χαρακτήρα σου. Μην παρασύρεσαι από τους επιστρατευμένους μυθοπλάστες, και τους ευκολόπιστους γυρολόγους, και διαμόρφωσε, και έχε, και έκφρασε, την δική σου γνώμη, κρίση και άποψη.
ΕΣΟ αντικειμενικός, θαρραλέος, ελεύθερος, και ανεπηρέαστος, και στάσου μακριά, και υπεράνω από μικρότητες και ταπεινούς μικροϋπολογισμούς.  
ΕΡΩΤΕΥΣΟΥ παράφορα, την όποια σπουδή ή δουλεία σου, που διάλεξες για να πορευτείς στην ζωή σου, και κάνε την, μόνιμη ψυχαγωγία σου.
ΠΙΣΤΕΨΕ και βεβαιώσου, ότι αυτός είναι ο μόνος και σωστότερος  δρόμος, της προόδου σου, για να δικαιώσεις τα όνειρα σου, για να καρπίσουν οι προσδοκίες σου, καθώς και προσμονή των γεννητόρων σου.
ΣΤΟΧΕΥΕ ψηλά, τα ωραία, τα αληθινά, τα ευγενικά ιδεώδη, και γύμναζε την ψυχή σου, την σκέψη σου, τον χαρακτήρα σου, και κάνετα εργαλεία δυνατά, για να αντιμετωπίσεις τις όποιες δυσκολίες σου λάχουν, και που παραμονεύουν στο διάβα σου.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ με μέτρο και σύνεση, τις όποιες προκλήσεις της νιότης σου, γιατί και τούτο, δικαίωμα σου και ανάγκη σου είναι, και στέρηση δεν σου πρέπει.
ΦΥΛΑΞΟΥ και απόφευγε την υπερβολή, γιατί είναι κρίμα, να μείνεις στα μισά του μακρινού σου δρόμου, που με την χάρη του Θεού μελλούμενος σου είναι.
ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΕ την ανωτερότητα σου και, ο νους σου και η ψυχή σου, μπροστά και ψηλά, να βλέπουνε μόνο.
ΜΑΘΕ σαν μπροστάρης να προπορεύεσαι, και όχι σαν ουραγός να ακολουθείς. Γίνε σταυραετός, με καθάρια την σκέψη, και σήκωσε ψηλά με το ουράνιο τόξο, τα βαλτωμένα όνειρα, των όποιων αδύναμων συνομηλίκων σου, που το θέλουν και δεν το μπορούνε.
ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ, περιφρόνησε, και απομακρύνσου, από όσους συνειδητά, και από μικρότητα εμπόδια σου αραδιάζουν. Μέτρησε, και μια και δυο τα βήματα σου, και στηρίξου στις δικές σου δυνάμεις.
ΜΕΙΝΕ κοντά και γύρω, από την οικογένεια σου, και πηγή γνώσης, οικογενειακής αγωγής, δύναμης, και βάθρο για την παραπέρα ζωή σου, ας είναι οι ορμήνειες των γονιών σου, και όχι τα ευκαιριακά και ύπουλα πυροτεχνήματα, των κακών αντιγραφέων, και εχθρών του ελληνικού πνεύματος.
ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΣΕ το πνεύμα σου, με τις πατροπαράδοτες αξίες της φυλής μας, και καμία πλάνη, να μην σε απομακρύνει από αυτές.
ΠΥΞΙΔΑ σου, να είναι η πατρίδα σου, και η ορθοδοξία, διότι πολύ κακό, σου κάνει η μίμηση.
ΓΥΜΝΑΣΕ και πλούτισε το πνεύμα σου, και κάνετο ασπίδα σου, σε κάθε κακοτυχιά, που και τούτη δυστυχώς απρόσμενη σου μέλλει.
ΡΩΤΑ διάβαζε και μάθε, περισσότερα για το ελληνικό πνεύμα, και την ατέλειωτη ελληνική κληρονομιά, και αφομοίωσε τα διδάγματα των σοφών δασκάλων της φυλής μας, και πάρε εφόδια, και μόρφωση από αυτά.
ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ ότι είσαι η συνέχειά τους, για τούτο κάνε, ότι έκαναν και κάνουν οι χιλιάδες γίγαντες της ανθρώπινης διανόησης, όλου του κόσμου.
ΟΙ ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΕΣ και ατέλειωτες πηγές τους, που πηγάζουν από τα αρχαία Ελληνικά συγγράμματα, φάρος και οδηγός, ανέκαθεν της ανθρώπινης διανόησης, είναι οι πηγές εκείνες, που έχουν δώσει νόημα, και έχουν ανεβάσει τον πολιτισμό, τις τέχνες, τις επιστήμες, αυτόν δηλαδή, τον ίδιο τον άνθρωπο.
ΝΕΕ ΚΑΙ ΝΕΑ
ΑΘΛΗΣΟΥ ψυχικά, και σωματικά, και στόλισε το είναι σου, με όσα μπορείς περισσότερα, βραβεία και μετάλλια και ηθικές αξίες.
ΦΥΛΑΞΕ και προστάτεψε, σαν παλιό προσκυνητάρι την υγεία σου, και μην την παραμελείς, και μην πειραματίζεσαι με αυτήν.
ΤΡΑΓΟΥΔΑ τα τραγούδια του τόπου σου, της λαϊκής σοφίας, και της Ελληνικής ψυχής, και μην αρέσκεσαι σε ξένους λαρυγγισμούς.
ΜΙΛΑ δίδαξε και διέδωσε, την γλώσσα σου, την γλώσσα των γλωσσών, που και τα ιερά ευαγγέλια, αυτήν προτίμησαν να είναι γραμμένα.
ΞΕΧΩΡΙΖΕ δέσποζε και ακτινοβόλα, σε όποιο χώρο και αν βρεθείς, και αν κινείσαι, μέσα και έξω από τον τόπο σου.
ΠΡΟΒΑΛΕ πάντα τον Ελληνισμό, γιατί τούτο χρέος σου είναι, απέναντι σε αυτόν, για το ιστορικό και πανανθρώπινο μεγαλείο του. Πολλοί, σε ζηλεύουν και σε θαυμάζουν, για την καταγωγή σου.
ΝΟΙΩΣΕ υπερήφανος, για αυτήν, και απέκρουσε με την συμπεριφορά σου, τις καλοστημένες και μεθοδευμένες παγίδες των εχθρών της πατρίδας σου.

ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ ότι τα ναρκωτικά είναι το σίγουρο μονοπάτι προς τον θάνατο. Αντιστάσου και πολέμα. Η ζωή είναι δικαίωμα σου. Είναι μια και μόνη, και δεν είναι πρόβα, ούτε πείραμα για επανάληψη.
ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ η οικογένεια σου, οι φίλοι σου, αυτή, η ίδια η πατρίδα σου.      

ΛΕΩΝ. Η. ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

·  Ο Λεωνίδας Ανδριανός, επρωτοείδε τον ήλιο στο Ελληνικό της Γορτυνίας, και έμαθε τα πρώτα λιγοστά του γράμματα, στο δημοτικό Σχολείο του χωριού του.
· Αργότερα, επαρακολούθησε μαθήματα ηλεκτρολόγου στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου, (Β.Τ.Σ.Λ.) και με την λήξη της μαθητείας του, εργάστηκε εθελοντικά επί επτάμηνο στην σεισμόπληκτη περιοχή του Πηλίου Μαγνησίας. Για την πράξη του αυτή, ετιμήθη από τον τότε βασιλέα Παύλο, με δίπλωμα, και χάλκινο μετάλλιο «εξαιρετικής εργασίας».
· Κατετάγη, και υπηρέτησε ως εθελοντής υποσμηνίας, στην Πολεμική Αεροπορία, με την ειδικότητα του χειριστή Κρυπτομηχανών (Κρυπτογράφου), χαρακτηρισθείς με τον ανώτατο βαθμό ασφαλείας COSMIC.
· Εργάστηκε, στις αστικές συγκοινωνίες (Α.Σ.Π.Α.) της πρωτεύουσας, ενώ παράλληλα επαρακολουθούσε μαθήματα σε νυχτερινό Γυμνάσιο.
· Ανεμείχθη στον μαθητικό συνδικαλισμό, και εξελέγη Γραμματέας στον Σύλλογο Εργαζομένων Μαθητών Μέσης Εκπαίδευσης ( Σ.Ε.Μ.Μ.Ε.), αναπτύξας δράση μεταξύ άλλων, και για την κατάργηση του έβδομου έτους σπουδών, στα νυχτερινά Γυμνάσια.  Για την δραστηριότητά του αυτή, με τον ερχομό της χούντας (21-4-67) απολύθηκε από την εργασία του.
· Η αγάπη του για την φύση και την ορειβασία, του έδωσε την ευκαιρία να περπατήσει πολλές βουνοκορφές της χώρας, να κοιμηθεί σε πολλά ορειβατικά καταφύγια, και να κάνει τρεις αναβάσεις στην κορυφή Μύτικα του Ολύμπου στον θρόνο του Δία (2917μ.  υψόμετρο). 
· Συμμετείχε εθελοντικά στις ομάδες αναδάσωσης των καμένων πλαγιών Υμηττού, Καρέα, Καισαριανής.
· Υπήρξε εθελοντής αιμοδότης, και παραμένει δωρητής σώματος μέχρι σήμερα. 
· Εξελέγη πρόεδρος του πατριωτικού Συλλόγου «ο Προφήτης Ηλίας» του χωριού του, όπου και εξέδωσε την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ».
· Εσυνέλαβε την ιδέα, επρωτοστάτησε, και ξεκίνησε το έργο της αγιογράφησης, του Ιερού Ναού Προφήτης Ηλίας του χωριού του.
· Με προσωπικές του ενέργειες στο Υπουργείο Πολιτισμού, επέτυχε την ανάδειξη και τον χαρακτηρισμό ως διατηρητέου, του ερειπωμένου σπιτιού του θρυλικού Γέρου του Μοριά Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Λιμποβίσι της Αρκαδίας, για να επακολουθήσει αργότερα η αναστήλωση του, από τον Παν. Αγγελόπουλο.
· Συμμετείχε, στην πρώτη αποστολή – επιτροπή φιλίας του Υπουργείου Εξωτερικών, στην γειτονική Αλβανία, μετά την άρση της εμπολέμου καταστάσεως.
· Έχει ταξιδέψει στην Τσεχία, Σλοβακία, Τουρκία, Βουλγαρία, Αυστρία, Ουγγαρία, Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία, Βέλγιο, Ισπανία, Πορτογαλία, Αλβανία, Κροατία, Σλοβενία, Σκόπια, Σερβία, Ιταλία, Ισραήλ, και στα κρατίδια Σαν Μάρκο, Μονακό, Λιχνενστάιν, Γιβραλτάρ, Ηράκλειες στήλες, και έχει πάει ως προσκυνητής στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη, ( Ιεροσόλυμα, Άγιους Τόπους, κ.λ.π.), σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και προσκυνητής στο Άγιο Όρος.
· Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, και ένα βιβλίο παραδοσιακών τραγουδιών της επαρχίας Γορτυνίας.
· Ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία, και είναι επίτιμο μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α. Αρθρογράφησε, και αρθρογραφεί σε πολλές τοπικές εφημερίδες, και έλαβε μέρος σε φιλολογικό διαγωνισμό διηγήματος που οργανώθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Ν. Αφρικής, όπου και απέσπασε το Γ΄ βραβείο.
· Υπήρξε επί τριετία, εθελοντής συνεργάτης του μη κερδοσκοπικού σωματείου «ΔΡΟΜΟΙ ΖΩΗΣ» για την στήριξη και την ένταξη στην κοινωνία των «παιδιών των φαναριών».
· Διετέλεσε πρόεδρος του «Συλλόγου Γονέων Κηδεμόνων Ελλάδος (Ε.Γ.Ο.Κ.Ε.), για την καταπολέμηση των ναρκωτικών και της εγκληματικότητας», στο παράρτημα του Δήμου Χαϊδαρίου.  
· Ανέπτυξε δραστηριότητα στον χώρο των Κ.Α.Π.Η., και εξελέγη πρόεδρος των μελών, των τεσσάρων Κ.Α.Π.Η. του Δήμου Χαϊδαρίου όπου και εξέδωσε την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΚΑΠΗ».
· Ο Δήμος Αιγάλεω, στο λεύκωμα – αφιέρωμα του, υπό τον τίτλο «ΤΕΧΝΗΣ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΙΓΑΛΕΩ» τον συμπεριέλαβε στα 153 τιμώμενα πρόσωπα του Δήμου. 
--- Σέ διαγωνισμό ποίησης, μεταξύ τών Κ.Α.Π.Η. τού νομού Αττικής, ελαβε τό πρώτο βραβείο, μέ τό ποίημά του ...Παρκάρισες!! 


Με τον Γιώργο Νταλάρα.


Με τον Σπύρο Παπαδόπουλο.

Με τον υπουργό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιάννη Χαραλαμπόπουλο.

Με τον Μίκη Θεοδωράκη.

Με τον Γάλλο Ευρωβουλευτή Ζακ Μπρυνώ.

Τελετή στη μνήμη πατριωτών στο Γερμανικό κολαστήρι του στρατοπέδου Χαϊδαρίου.

Καφεδάκι και... εξομολόγηση στο σπίτι του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού.

Κατάθεση στεφάνου σε εθνικές εορτές ως Πρόεδρος των Κ.Α.Π.Η.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου