17 ΚΟΥΤΕΛΟ ΤΟ ΚΑΘΑΡΟ + Η Γιαννού καί ο Κωνσταντής +Στό λαιμό νά σάς κάτσουνε + Οι κουμπάροι από τήν Αθήνα + Πάνου λοχίτες -- Κάτου λοχίτες





                                    

    
                                                      ΤΟ  ΚΟΥΤΕΛΟ  ΤΟ  ΚΑΘΑΡΟ                 
                                                                         Γράφει ο                                                    ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ                                                                                                                       Πολλές φορές το έχω ειδεί, και περισσότερες το έχω ακούσει .Πιστεύω και εσείς, να έχετε ειδεί, και να έχετε ακούσει, ανθρώπους εκνευρισμένους, αναψοκοκκινισμένους, αγανακτισμένους, να φωνάζουν έξαλοι: 
-- Ρε σύ, καθαρός ουρανός, αστραπή δεν φοβάται ρέ!
Εγώ ρέ, έχω το κούτελο μου καθαρό! Εγώ, δεν φοβάμαι τίποτα ρέ! Και δόστου να σπαλιαρίζουνε το κούτελο τους, και δόστου να κάνουνε την χαρακτηριστική χειρονομία,νά σφουγγίζουνε τον ιδρώτα από το κούτελο τους, για να πείσουνε τους άλλους, για την τιμιότητα τους. Γιατί ως γνωστόν, και πράγμα περίεργο, ο άνθρωπος, δύο σημεία του σώματος του, τα έχει συνδιάσει με την τιμή του.
 -- Το ένα είναι το κούτελο, το άλλο βρείτε το μόνοι σας. Έτσι λοιπόν «κούτελο καθαρό» σημαίνει για τους απλούς ανθρώπους, τιμιότητα, αξιοπρέπεια, και γενικά καθαρά χέρια ! Συμβαίνει όμως πολλές φορές, τα μουτζουρωμένα και τα ροζιασμένα χέρια, να είναι απείρως τιμιότερα, και καθαρότερα από τα λεγόμενα « καθαρά χέρια», και εδώ είναι το παράδοξο , και το μπέρδεμα.
      Αυτή λοιπόν η επίκληση του «κούτελου του καθαρού», ήταν εκείνη που με έβαλε σε πειρασμό  μεγάλο,  γιά νά ερευνήσω, και να εξακριβώσω, τι σημαίνει « κούτελο καθαρό»!  Στάθηκα τυχερός, γιατί σε αυτό με βοήθησε και τίς ανάβω κερί γιά αυτό, μια υπέργηρη γιαγιά, που μου έδωσε την εξήγηση.
 -- Τα παλιά τα χρόνια – παληκάρι μου ( τό παληκάρι ειμουνα εγώ )- τον καιρό που οι άνθρωποι έτρωγαν τα λούπινα, καί τά αγκόρτσα, τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα, - κι ακόμα παλιότερα, - τότε που στην κοινωνία, γράμματα καί τί γράμματα, δηλαδή κολυβογράμματα, ήξερε μόνο ο παπάς και ο δάσκαλος – τότε μου λέει- οι καταφερτζήδες, που πάντα υπάρχουν κάτι τέτοιοι σε όλες τις εποχές,  και σε όλες τις κοινωνίες, αυτοί λοιπόν οι καταφερτζήδες, με τήν  βοήθεια των παπάδων, είχανε καταφέρει να πείσουνε τόν  κοσμάκη, τους αφελείς και τους αγράμματους, ότι τάχα, άμα ειπούνε ψέματα, αυτό θα γραφόταν στο, κούτελο τους, και θά διαβαζότανε μόνο από αυτούς!
 - Έτσι λοιπόν, οι πονηροί αυτοί καταφερτζήδες, με τους παπάδες αντάμα, ελέγχανε ασφυκτικά, την προσωπική ζωή των αφελών και των αγράμματων, βάζοντας ακόμα και την συνείδησή τους σε δίλημμα, αφού κατάφεραν, να τους κάνουν να πιστέψουνε αυτό το εφεύρημα, ασκώντας έτσι μεγάλη ψυχολογική πίεση απάνω τους. Διακατεχόμενοι λοιπόν από φόβο, οι αφελείς και οι αγράμματοι, για να έχουνε το κεφάλι τους ήσυχο, και το «κούτελο καθαρό», πριν από κάθε τους ενέργεια, έτρεχαν να τους ενημερώσουνε και νά πάρουνε, πότε την ….. έγκριση τους, και πότε τήν….. ευλογία τους!!
 Όταν –μου μολόγαγε η γιαγιά – όταν παληκάρι μου, νέο κορίτσι κι εγώ, σαν όλα τα άλλα, άρχισα τα πρώτα μου «τσιλιμπουρδίσματα», γύριζα κάθε φορά σπίτι μου, τρέχοντας και λαχανιασμένη, και κρυφά και μακρυά από όλους έπαιρνα ένα ξεθωριασμένο παλιοκαθρέφτη, κλειδωνόμουνα στο δωμάτιο, και με το φώς του λυχναριού, προσπαθούσα να διακρίνω, μήν και γράφει τίποτα το κούτελο μου και γίνω ρεζίλι !
        Αλλά μέσα στο μισοσκόταδο, μήπως έβλεπα καλά το κούτελο μου­­­;  Αλλά και αν το έβλεπα, αγράμματη καθώς ήμουνα, μήπως ήξερα και να διαβάσω;Ψαχνόμουνα λοιπόν όσο μπορούσα καλλύτερα, προσπαθούσα να διαβάσω, αλλά μπα ……..τίποτα!
        Έτσι λοιπόν, μη έχοντας εμπιστοσύνη στα μάτια μου, ούτε και στον εαυτό μου, και κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαιδουρογύρευε , για να σιγουρευτώ , και   γιά  νά     έχω το κεφάλι μου ήσυχο, και το κούτελο μου καθαρό, του πάταγα  ένα πολύ καλό και περιποιημένο ….. λούσιμο, ηρεμούσα με αυτό, και λούσιμο στο λούσιμο, είχε παπαριάσει το κεφάλι μου, και μοσχοβόλαγε!
    Όταν την ρώτησα, πόσες φορές « ελούστηκε» , έβαλε την ΄παλάμη της μπροστά στο στόμα της, για να κρύψει τα δύο-τρία δόντια που της είχαν απομείνει, και χαμογελώντας πονηρά, μου είπε:
 Αχ παλικάρι μου, αγράμματο κορίτσι τότε, εγώ, δεν ήξερα να μετράω πάνω από τό....χίλια.
                                                                                                                         ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
============================================================================

           Η  ΓΙΑΝΝΟΥ  ΚΙ  Ο  ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ.
                                                                                               Γράφει  ο  ΛΕΩΝΙΔΑΣ   ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ                                                                                                        
          Γειτόνοι  μιά  ζωή  εισαντε, η  Γιαννού  κι  ο  Κωνσταντής !  Αλλά  από  τόν  καιρό  πού πέθανε  ο ανδρας  τής Γιαννούς, ολο  τσακωμούς  καί  γκρίνια  ειχε  μέ  τόν  γείτονα !  Για  τό  χάλασμα  τού  προξενειού  τής  κόρης  της, καθώς  καί  γιά  τόν  θάνατο  τού  αντρα  της, πού  πήγε  σκαστός  από  δαύτο,  ο γείτονας  τίς  εφταιγε!  Αλλά  καί   εφτούνος   ο  ευλογημένος,  από  κοντά  τήν  ειχε. !  Μία  της  καί  δύο  του!  Απόριξε  η  φοράδα  του  Κωσταντή ?  η Γιαννού  τού  εφταιγε ! .  Δέν  μαρκαλήθηκε  η  γίδα  τού Κωσταντή :   η  Γιαννού  η  γρουσούζα  τού  εφταιγε.!  Οτι  κακό  καί  στραβό  πάθαινε  ο  ενας , πάντοτε
ο  αλλος  τού  εφταιγε.  Ξύδι  ο  ενας  φαρμάκι  η  αλλη.!  Κλαδευτήρι  ο  ενας , τσεκούρι  η  αλλη.
Η  Γιαννού

           Τηριόσαντε  κάθε  πρωί , καί   αντί  γιά  καλημέρα,  ξόρκια εκανε  η  Γιαννού, τά  αχαμνά  επιανε ο  Κωνσταντής!   Εσπρωχνε  τό  φράχτη  του  πρός  τά  εκεί  ο  Κωσταντής  ,τόν  ξανάσπρωχνε  πρός  τά  δώ η Γιαννού 1  Καί  μιά  ημέρα η  Γιαννού  φράζει  τή  σούδα  τού Κωσταντή.!
,-  Νά  ειδεί  τώρα , από  πού  θά  περνάει  τά  μαρτίνια  του  ο  κερατάς  ο  αναθεματισμένος,  ο  Κωσταντής!  Ξυπνάει  ο  Κωσταντής  τί  νά  ειδεί !  Ετσι  εισαι  τού  λόγου  σου  κυρά  οχιά ?   Στάκα τώρα  θά  ειδείς  κι  εγώ ! Μέ  πουρνάρια  εσύ:  Μέ  συρματόπλεγμα  εγώ , νά  ειδώ  πώς  θά  πάς  στό  αλώνι  σου! 
- Πέσανε  πάνω  τους...λυτοί  καί  δεμένοι!  Παπάδες  καί  ψαλτάδες.  Οχι . Ντροπή  δέν  κάνει  κρίμα !   Μία πόρτα γειτόνοι ειστε !  Μπήκανε  στή  μέση  καί τά  παιδιά  τους!   Ο  γυιός  τού  Κωσταντή,  καί  η  κόρη  τής  Γιαννούς!!   Συνέλθετε  λοιπόν,,σταματήστε!  Τίποτα  αυτοί  δέν  πέρνανε  κουβέντα 1  Καί  κύλαγε  ο  καιρός,  καί  πέρναγαν  τά  χρόνια.  Στήν  Αθήνα  τά  παιδιά στό  χωριό  οι  γέροι!   Βάρυνε  ο  Κωσταντής, γέρασε  καί  τάδωσε τά  μαρτίνια  του!   Σακατεύτηκε  η  Γιαννού  φαγώθηκαν  καί  οι  κότες! 
 Ο  Κωσταντής

  Καί  -ακουμπέτι -αποχαιρέτησαν  τόν  επάνω  κοσμο,-  καί  ταξίδεψαν  γιά  τόν  κάτου  καί  οι  δυό  τους!  Η Γιαννού  κι  ο Κωσταντής !  Χωρίς  συγχώρηση , χωρίς  μετάνοια.!  Ετσι  κακιομένοι, μέ  τήν συνείδηση  βαρειά, καί  τήν  ψυχή  βαρύτερη.  
-- Καί  σμίξανε  στόν  Αι-Γιάννη  στό  νεκροταφείο,  πλάι-πλάι  στά  μνήνατα !  Χωρίς  φράχτη, χωρίς  σύρματα  ,τούτη  τήν  φορά  ανάμεσα  τους!  Αλλά καί στό μνημόσυνο  ξανασμίξανε,  πού  ητανε  κοινό  -καί  γιά  τούς  δύο- από  τήν  κόρη  τής  Γιαννούς  κι  από  τόν γυιό  τού  Κωσταντή, πού μονιάσανε τώρα  πιά, καί   εισαντε  ανδρόγυνο !   
-Οσο  γιά  τούς  μακαρίτες  δέν ξέρω  αν μονοιάσανε,  η  ξαναφτιάξανε  μεταξύ  τους  φράχτες  καί συρματοπλέγματα , εκεί  στόν  κάτω  κόσμο.!!

                                           ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ      πρωτοδημοσιεύτηκε  στήν εφημερίδα  ΤΑ  ΝΕΑ  ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ)

==========================================================================
                           


               ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ  ΝΑ ΣΑΣ   ΚΑΤΣΟΥΝΕ 
 Κάτι  κοτούλες  ειχε  η  θειά- Σταυρούλα στό  χωριό καί  τά  λιγοστά  αυγά  τους  , τά  φύλαγε  γιά  χαρτζηλίκι  ,αφού  από  πουθενά  δέν  καρτέρηγε  δεκάρα  τσακιστή. Ετσι  λοιπόν  οταν  κορκολογιότανε  καμμία  ..γερακιάρα  η  θειά  Σταυρούλα  βούταγε  τό  αυγό  ..από  τόν  πισινό  τής  κότας    καί  τό  εξαφάνιζε.  Πότε  νά  αγοράσει  καμμιά  κουβαρίστρα   πότε  καμμιά  μαξιλάρα γιά  τίς  τσιούπες  της  πότε  γιά  τό  ενα πότε  γιά   τό  αλλο.  Ο  προκομένος της  ο  Γιάννης  τό  κόκόκό  τό  ακουγε  αλλά  αυγό  δέν  εβλεπε. 
-- Εχεις κανένα  αυγό  γυναίκα?  Οχι  νοικοκύρη  μου  δέν  εχω  τίποτα  ,αφησε  πού  τά αυγά,εχουνε  καί  χοληστερίνη.  --  Μωρέ  αμα  πεινάω  εγώ,  τρώω  καί  σκέτη  χοληστερίνη  αποκρινότανε  ο  Γιάννης. Καί  από  τήν  ωρα  εκείνη,  εβαλε  στό  μυαλό  του  σχέδιο  πονηρό.
       Ενα  βράδυ  μέ  ψιλόβροχο  πού  τά  επιναν  στήν  ταβέρνα  τού  Μούκα , μέ  τόν  κουμπάρο  του. μισοπιωμένοι  καί  οι  δυό  τους  τράβηξαν  γιά  τό  κονάκι  τής  θειά Σταυρούλας.  
-- Φτάνοντας  στήν  εξώπορτα  ο  Γιάννης κοντοστάθηκε, μιά  ιδέα  σάν  αστραπή  πέρασε  στό  μυαλό  του ! 
-- Κουμπάρε, κουμπάρε, πάρε  με , ελα  πάρε  με  ζαλούκα  καί  τσιμουδιά!  Μήν βγάζεις  αχνα εσύ !  
-- Χαμήλωσε  ο  κουμπάρος  πήρε  ζαλούκα  τόν  Γιάννη, ας  σουρνόσαντε  τά πόδια  του  κάτω,  καί  σιγά--σιγά  προχώρησαν !
--  Καί  αρχίζει  τά  βογγητά  ο  Γιάννης 1 Ωχ, ωχ,ωχωχωχώχ ! Τί  κακό  πού  επαθα, τί  κακό  μέ  βρήκε  τόν  χριστιανό  θεούλη  μου ;; Τί κακό μέ βρήκε ;
-- Ακούγοντας  τά ωχ-ωχ  η  θειά--Σταυρούλα,  πετιέται  στό  χαγιάτι ,  Τί  εχεις   αφέντη μου ; Τί  κακό  επαθες νοικοκύρη  μου ;
--  Τί κακό μέ  ευρηκε  αποσπερού τήν δόλια! 
--Ααα  μπά  δέν  ειναι  τίποτα  κουμπάρα  μου , λίγο  τό  πόδι  του  εσπασε,  απάντησε  ο  κουμπάρος , καλό  ξουράφι  καί  τού  λόγου  του!
-- Το  πόδι  του ; Ελα  Παναγία  μου,  σταυροκοπήθηκε  εκείνη !  Καί  σιγά  σιγά  κουτσαίνοντας ο  Γιάννης  ξάπλωσε  στό  παραγώνι1 
-- Γυναίκα  φτιάξε  γιατροσόφια, φέρε  συνταγές  πεθαίνω!   Γύρεψε  κανα  αυγό  από  τήν   γειτόνισα,  αφού  εσύ  λές  πώς  δέν  εχεις .
 -- Αυγό ;  Τί  νά  τό  κάνεις  τό  αυγό,  απόρησε  εκείνη.
 -- Αυγό  νά  κάνεις  μπλάστρι  στό  πόδι  μου,νά  γίνει καλά  !  -- Μπλάστρι  μέ  αυγά  δέν  τόχω ματακούσει!   
-- Εμ  βέβαια  τέτοιο  ζωντόβολο  πού  εισαι  πού  νά  ξέρεις  από  ιατρική.!
  -- Προοδεύει  η  επιστήμη  γυναίκαααα  ,προοδεύει!!
--  Στήν  στιγμή  η θειά -Σταυρούλα  ξετρούπωσε  από  τόν  κρυψώνα  πού  τόχε  ενα  κοφίνι  αυγά,  καί  αρχισε  τό  σπάσιμο!  Χώρια  ο  κρόκος ,χώρια  τό  ασπράδι ,οπως  τήν  ορμήνεψε  ο  Γιάννης  γιά  νά  πιάσει  η  συνταγή !!!
 -- Καί  ο  Γιάννης  δόστου  τό  βιολί  του.  Ανάγκασε  γυναίκα  ανάγκασε..  Ωχ ωχ  ωχωχώχ.! 
-- Μέ αγαπάς  γυναίκα; Μ'αγαπάς;; Αμα  θά  χηρέψω  θά  ματαπαντρευτείς ;   
--Σώπα  Γιάννη  μου  πού  θά  ματαπαντρευτώ!!.  Καί  συνέχισε  τό  σπάσιμο.  Φτάνουν  νοικοκύρη  μου  δώδεκα  πού  εσπασα;   
-- Οχι  γυναίκα  ειναι  μεγάλη  η  ζημιά  σπάσε  αλλα  τόσα.  Στά  εικοσι  ειδε  καί  απόειδε  καί  σταμάτησε..Νισάφι  πιά φτάνουνε  ειπε.!
       Καί  τότε ,  εεε  τότε , μπράβο  γυναίκα  χιλιόχρονη  νά  γένεις ,  πετάχτηκε  ορθιος  ο  Γιάννης , μία  τέμπλα
 αντρακλας,  ενώ  ο  κουμπάρος  σπαρτάραγε  από  τά  γέλια!
 -- Φέρε  τώρα  καί  τό  τηγάνι  μέ  μπόλικο  λάδι !  Αααα  πού  εισαι ;  Μπάς  καί  σού  βρίσκεται  καί  καμμιά  τσιγαρίδα ;
-- Η  θειά-Σταυρούλα   κατάλαβε  τό  χουνέρι  πού  τίς  φτιάξανε , ο  κουμπάρος  καί  ο  ανδρας  της,  καί  εγινε  τούρκα.  Τούς  τήραξε  φουρκισμένη  !
  --Ου  νά  μού  χαθειτε    παλιομαστρολιάδες  , τούς φώναξε!  Ου νά μού χαθείτε ! Οξος  καί  ξερόξος  νά  σάς  πιάσει ,πού μέ κοροϊδέψατε!!
 - Στό  λαιμό  νά  σάς  κάτσουνε, τά αυγά ! Στό λαιμό Παναγίτσα μου! 
-- Εχεις  δίκηο  κουμπάρα, εχεις  δίκηο  πετάχτηκε  ο  αλλος .
  -- Γιαυτό  φέρε  καί  μπόλικο  κρασί,γιά  νά  πάνε  τά αυγά  κάτω.   Ξέρεις εσύ από  τό  κοκινέλι , τό γιοματάρι!!                                                                                                                  
                                                 ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η . ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
=========================================================================


        ΟΙ  ΚΟΥΜΠΑΡΟΙ   ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΑΘΗΝΑ 
       Τό  φετεινό  τό  Πάσχα,  καλά  τό  περάσαμε . Τό  ευχαριστηθήκαμε σάς  σάς λέω .Εγώ  ο  Θανάσης καί η  γυναίκα  μου  η  Θανάσαινα . Ψήσαμε  τήν  αρνάδα  μας, φάγαμε  , ηπιαμε , καί  γελάσαμε  μέ  τήν  ψυχή  μας , σάν  θυμηθήκαμε  τό  περυσινό  μας  πάθημα. Ητανε  τότε  , πού  δέν  μούκοψε  , νά  πάρω  τήν  Θανάσαινα , νά  πιάσω  μία  ακρη  , καί  νά  εξαφανιστώ  από  τό  χωριό , γιά  νά  εχω  τό  κεφάλι  μου  ησυχο .Αν τό  σκεφτόμουνα , θά  τό  εκανα  σίγουρα . Αϊντε  νά  μήν  ειπώ  καμμιά  κουβέντα, ημέρα  πού  ειναι  σήμερα . Δέν  ξέρω  αν  τήν  εχετε πατήσει καί  εσείς  , αλλά  εγώ  τήν  πάτησα  σάν  αγράμματος πού  ειμαι . Τώρα  μέ  ποιόν  νά  τά πρωτοβάλω , μέ  τήν Θανάσαινα  πού  τήν  ετρωγε  η  μύτη  της καί  ηθελε  καλά  καί  σώνει  νά  κουμπαρέψουμε  , μέ  κάτι  μορφωμένους Αθηναίους , η  μέ  τούς  πατριώτες μου , πού  μέ  εχουν  πάρει  στήν  κοροϊδία, ρωτώντας  με  τάχατες , πότε  θά  ξανακοπιάσουν  οι  κουμπάροι  μας οι  μορφωμένοι  από  τήν  Αθήνα . Καί  δόστου  κάθε  τόσο , μπαρμπα-Θανάση , ζυγώνουνε  οι  μέρες  ετοιμάσου  , σούρχονται οι  περυσινοί  σου  μουσαφιραίοι . Αυτά  σκέφτομαι  καί  βράζω  από  μέσα  μου   Γιατί  οποιος  δέν  εχει  κουμπαρέψει  μέ  Αθηναίους δέν  μπορεί  νά μέ  καταλάβει .Γιατί ευγενικοί  καί  καταφερτζήδες  οπως  ειναι, η  Θανάσαινα  δέν  μπόρεσε  νά  τό  οχι  οταν  τίς...ρίξανε  τήν  φόλα !!!
     - Κουμπάρα - Θανάσαινα, τό  Πάσχα  θά  περάσουμε  από  τό  χωριό , τίς  τηλεφώνησε  η  κουμπάρα  μου  η  γαλιάντρα .
    --Νά  περάσετε  κουμπάρα  μου , νά  περάστε τίς  απάντησε  η  δική  μου  η  χαζοφιλότιμη . Τί  τόθελε  καί  τόλεγε ;  λές  καί  ησαντε  οι  ουρανοί  ανοιχτοί , καί  τήν  ακούσανε , καί  τό  μεγάλο  Σάββατο , νάσου  καί  καταφθάνουν  οι  κουμπάροι καί  τά  κουμπαρόπουλα , καμμιά  δεκαριά  νοματαίοι . Μουλούκι  ολόκληρο .  Τούς  καλωσορίσαμε , καλώς  τους , καλώς  ηρθατε , καί  αμα  μέτρησα  εγώ  τόσα  κεφάλια , εβραζα  από  μέσα  μου .
        Πού  πάτε  ρέ  πήγα  νά  ειπώ, αλλά  δέν  τό  ειπα .Γιατί  ειχα  καί  τήν  Θανάσαινα, πού  ολο  μού  εκανε  νόημα  νά  κρατήσω  τά  νεύρα  μου  .Τά  κράτησα  καί  βαλθήκαμε  νά  τούς  βολέψουμε  γιά  υπνο .  Τούς  βολέψαμε , αλλά  εγώ  καί  η  Θανάσαινα , κοιμηθήκαμε  μέ  τίς  γίδες .  Ας  ειναι  ομως  , κοιμηθήκαμε !!  Τήν  αλλη  ημέρα , ενα  κοφίνι  μέ  φρέσκα  αυγά πού  τά  μάζευα  πώς  καί  πώς , γιά  τόν  εμπορα , τά  κουμπαρόπουλα  τά  εξαφάνισαν , καί  τίς  δύο αρνάδες  πού  τίς  καμάρωνα  στό  τσιγγέλι , καί  εκλαψε  η  ψυχή  μου .  Πασχαλιά  πρωϊ-πρωϊ , πατώντας  στίς  μύτες  τών  ποδιών  μου, καί  χωρίς  ουτε  καφέ  νά  πιούμε , γιά  νά  μήν  ξυπνήσουμε τούς  κουμπάρους , ανάψαμε  την  φωτιά  , γιά  νά  ψήσουμε  τά  σφαχτά . 
         Τόσοι  νοματαίοι  ελεγα  μέσα  μου, ολοι  θά  βοηθήσουνε  από  λίγο  νά  ψηθούνε  τά αρνιά , Λίγο  ο  ενας  λίγο  ο  αλλος  θά  τά  καταφέρουμε  νόμιζα .Θά  ειχε σηκωθεί  ο  ηλιος  κανα  δυό  οργιές  καί  ακόμα  νά  ξυπνήσουνε  οι  κουμπάροι οι  μορφωμένοι  από  τήν  Αθήνα . Ως  που  κάποια  στιγμή  ξυπνήσανε  , βάλανε   οι  κουμπάρες  τό  κοκκινάδι  τους , τούς  εφτιαξε  η  Θανάσαινα  τό  καφεδάκι  τους , φάγανε  τά  κουμπαρόπουλα ,βγάλανε  καί  τίς  φωτογραφίες  τους φράτς-φράτς , μπήκανε  στά  αμάξια  καί  μήν  τούς  ειδατε  !!!
    Θανάσαινα , σέ  αποχαιρέτησαν  η θά  ξαναγυρίσουνε ??  τήν  ρώτησα .  Σώπα  καί  μήν  λές  λωλάδες, μού  απάντησε  καί  εγώ  σώπασα .Μιά βόλτα πάνε οι ανθρωποι,εσύ κάνε δουλειά σου!!Καί αρχισα  νά ψήνω τά αρνιά μέ τά δυό χέρια , αλλά  καί  τέσσερα νά  ειχα  λίγα  θά  ητανε .  Τά  αρνιά  νά  γυρίζω , τήν  φωτιά  νά  προσέχω , ερεψα  στά  πόδια  μου .  Σάς  εχει  τύχει  νά  γυρίζεις δύο  αρνιά  μοναχός  σου ?  Ξέρεις  τί  ειναι  Πασχαλιάτικα , αντί  νά  τραγουδάς , νά  βράζεις  από  μέσα σου ??  Ας  ειναι  θά  περάσει  ελεγα .  Κατά  τό  απομεσήμερο , νάτους  καί  γυρίσανε  οι  κουμπάροιοιοι!.  Ακόμα  τά  αρνιά ;; ρώτησε  ο ψηλέας !!!  Ισια  μέ  εδώ  μού  ηρθε , κάτι  νά  τού  ειπώ , αλλά  μέ  αγριοκοίταξε  η  Θανάσαινα  καί  εγώ  καμώθηκα.  Τί  νά  εκανα ...επανάσταση ;;  Πίσω  μου σέ  εχω  σατανά  , ειπα  από  μέσα  μου . Παρηγοριόμουνα  μόνο  από  τά  δημοτικά  τραγούδια  πού  επαιζε  η  κασέτα  πού  ειχα  βάλει, αλλά  δέν  ρώτησα  τά  κουμπαρόπουλα , αν  τούς  αρέσουνε !!   Βλάχικα, βλάχικα , ειπανε  τά  κουμπαρόπουλα , καί   τήν  αλλάξανε  μέ  μία  δική  τους, καί  στήν  στιγμή  αρχίσανε  νά  χοροπηδάνε  σάν  αρκούδια  Πίσω  μου  σέχω  σατανά, κάνε  υπομονή  Θανάση .
        Καί  εκανα υπομονή, ωσπου  εγώ  εβγαλα  τά  αρνιά , η Θανάσαινα  εστρωνε  τό  τρασπέζι  καί  οι  κουμπάρες  μάζευαν  μαργαρίτες  .  Καλέ  τί  ωραία  πού  ειναι  η  φύση  !!Τί  ωραία  πού  περνάτε  τό  Πασχα  στό χωριό !!  Τί  ωραία  πού  μυρίζουν  τά  αρνιά  τά  χωριάτικα !!  Μπράβο  κουμπάρε-Θανάση , ωραία  τό  πέτυχες  στό  ψήσιμο.  Τέτοια  ακουγα  , αλλά  από  μέσα  μου εβραζα , 
       Σρώθηκε  τό  τραπέζι ,μοιράστηκαν  τά  κοψίδια , καί  οι  κουμπάροι  νηστικοί  καθώς ησαντε, πέσανε  μέ  τά  μούτρα και  ωσπου  νά  ειπείς...κίμινο ειχανε  καταβροχθίσει  τά  πάντα !!!   Μπράβο  κουμπάρε , τί  νόστιμα  πού  ειναι , μόνος  σου  τά  ετρεφες ;; Οχι μέ παρέα ελεγα μέσα μου .   Σέ λίγο  εντώσανε  τά  ζουνάρια  από  τήν  πολυφαγία ,ανάψανε  τά  τσιγάρα  τους  καί  αρχίσανε .
        Καλό  ητανε  δέν  λέω ,  μόνο  σάν  λίγο  αψητο , λίγο  σκληρό , λίγο παχύ , καί τό  κρασί  σάν  νά  ξύνιζε  λίγο .  Εγώ  ακουγα καί  κρατιόμουνα  μπροστά  σέ  κουμπάρους  καί  μάλιστα  Αθηναίους .  Τί  νάλεγα , τίποτα  !! Τό  μόνο  πού  σκεφτόμουν, ητανε  πότε  θά  τούς  εβλεπα  νά  φεύγουνε .  
   Εδωσε  ομως  ο  Χριστούλης, καί  τήν  δευτέρα  τό  πρωϊ  ετοιμαστήκανε  γιά  φυγιό , αφού  αποκάνανε  τά  υπόλοιπα  δέν  αφησαν  κόκκαλο  ουτε  γιά  τόν  μούργο .  Ναί  εκείνο  τό  αψητο , τό λίγο  σκληρό , τό λίγο  παχύ , τό  κρασί  πού  ξύνιζε . Δέν  λέω  ειχανε  φέρει  καί  κάτι  λίγα  πισκότα, γιατί  λέει  δέν  ξέρανε  οτι  στό  χωριό  τρώνε  καί  πισκότα !! Τώρα  τί  τούς  λές !!  Χαιρετηθήκαμε , αϊντε, γειά  σου  κουμπάρε-Θανάση, καί  νά  προσέχεις, νά  εισαι  καλά  καί  τού  χρόνου  νά  ξανασμίξουμε .!!
     Αυτά  σκεφτόμαστε  μέ  τήν  Θανάσαινα , καί  λέγαμε  ρέ  δέν  θέλεις  νά  μάς  ξανακουβαληθούνε  καί  νά  πάθουμε  πάλι  τά  ιδια;;  Βγήκα  στήν  στροφή  νά  σιγουρευτώ  οτι  ειχανε  φύγει, καί  οταν  τούς  ειδα  νά  σκαπετάνε  εκανα τόν  σταυρό  μου  καί  ειπα  :  Σέ  ευχαριστώ  Χριστούλη  μου, αλλά  μήν  μού  τό  ξανακάνεις ετούτο τό κακό  τού  χρόνου .  Καλοί  οι  κουμπάροι , οι  μορφωμένοι, οι  Αθηναίοι , αλλά  από  ...αλάργα .Καλά  τά  κουμπαρόπουλα , αλλά μόνο  στήν  φωτογραφία .  Γιά  αυτό  σάς  λέω , οξω  ρέέέέ , οξω καί  μακρυά  από  κουμπάρους  μορφωμένους  καί  Αθηναίους , καί  οποιος  δέν  μέ  πιστεύει ,ευχαρίστως  νά  τού  συστήσω  τούς  δικούς  μου !!Χριστός  Ανέστη  μπάρμπα - Θανάση , Χριστός  Ανέστη !!
           
                                                       ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η.   ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
( πρωτοδημοσιεύτηκε  στήν εφημερίδα ΤΑ  ΝΕΑ  ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ  απρίλιος  τού  2005  )


============================================================================


    ΠΑΝΟΥ   ΛΟΧΙΤΕΣ   ---  ΚΑΤΟΥ  ΛΟΧΙΤΕΣ 
       Τά  κατάλοιπα  μιάς  κοινωνικής  αναταραχής  ,  μιάς  ιστορικής  περιόδου  μένουνε  . Γιατί  αυτή  η  περίοδος,  αφήνει  τά  σημάδια  της  καλά  η  κακά . Μένουν  καί τά  θυμόμαστε  καί  πότε  γελάμε ,καί  πότε  δακρύζουμε  καί  κλαίμε .  Θυμάμαι τό  χωριό  μας ,  υστερα  από  τήν  Γερμανική   απελευθέρωση. Τότε  πού  εμοιαζε , οτι  τελειώνει  ο  εφιάλτης  τού  πολέμου ,καί  ησυχάζει  ετούτος  ο  τόπος , τά  μεγαλίτερα  παιδιά , πού  δέν  ησαν  καί  λίγα , επηρεασμένα  από  τόν  πόλεμο , συνηθισμένα  από  αυτόν , εξοικιομένα  μέ  τά  οπλα  πού  βλέπανε , καί  πολλλές φορές  αγγίζανε ,αλλά  καί  από  τήν  ανάγκη  διεξόδου , ισως  καί  από  προμήνυμα  τού  κακού ,  που  -- δυστυχώς  --επακολούθησε τά  επόμενα  χρόνια , βαλθήκανε  νά  συνεχίσουνε  τόν  πόλεμο , μέσα  στό  ιδιο τό  χωριό  μας . Χωρισμένα κατά  γειτονιές , φτιάξανε  τίθς  δικές  τους  παρέες . Χωριστήκανε  σέ  ...λόχους  !!  Οι  απάνουλοχίτες  καί  οι  κάτουλοχίτες !! Φτιάξανε  καί  οπλισμό .  Οπλα  ξύλινα , καλαμένια , πρόχειρα  μέ  λάστιχο  στήν  σκανδάλη , μέ  καρέλα  από  κουβαρίστρα , μέ  γεμιστήρα , μέ  κοντάκι , μέ  αορτήρα  ενα  προβαζό , τά  κρατάγανε  καί καμαρώνανε ,σάν  πραγματικοί  στρατιώτες .  Από  τά  παιδικά  τους  μάτια , ειχε  δραπετεύσει  η  αθωότητα , καί  μιά  παράξενη  σοβαρότητα  καί  μιά  σκληράδα , σέ  εκανε  νά  ξαφνιάζεσαι  καί  νά  μήν  μπορείς  , νά  δώσεις  εξήγηση  τού  κακού  αυτού  φαινομένου , πού  αρχισε  σιγά-σιγά νά  παρουσιάζεται  στό  χωριό  μας  , από  τήν νεολαία  του  , τά  ιδια  τά παιδιά  του . Σταυροκοπιόσαντε  οι  μανάδες  τους , καί  μονολογούσανε ::Σέ  καλό  σας  παιδάκια  μας  !!
                     Χωρισμένα  λοιπόν  σέ  ομάδες , εκάνανε  κλεφτοπόλεμο , ασκήσεις , σχέδια  μάχης , επίθεσης  καί  αμυνας . Πειθαρχούσανε  στόν  αρχηγό  -- τά  μπάσταρδα --καί  εκτελούσανε  μέ  πολλή  σοβαρότητα  τόν  ρόλο  τού  σκοπού  ,τού  σύνδεσμου  καί  οτι  αλλο  ο  αρχηγός  διέταζε . Σωστός  στρατός  σάς  λέω  !! Αλλά  καί  πολεμικό  υλικό  ειχανε , τά  λάστιχα ( οι  σφεντόνες ) , τά  κονσερβοκούτια ( οι  χειροβομβίδες ) πού  τότε  αφθονούσανε , Τά  γεμίζανε  μέ  χαλίκια , τά  στουμπάγανε , καί  τά  κάνανε...χειροβομβίδες !!  Οσοι  ειχανε  τήν  ατυχία  νά  φάνε  καμμιά  στό  κεφάλι ,θά  τό  θυμούνται  ακόμα .  Ξέχασα  νά  ειπώ  καί  γιά  τά  τόξα .Ναί , τόξα  από  μπανέλες  ομπρέλας  !! Επικίνδυνα  πράγματα .  Δέν  ελλειπε  ομως  καί  τό  ....μηχανοκίνητο .  Τά  καρότσια !!  Τιμόνι  από  δόγα  βαγενιού  μέ  κλαπάκια, μέ  πάτωση ,.,μέ  ρόδες  μπροστινή  καί  πισινές .  Καβαλάγανε , καί  γυρίζανε  γύρω-γύρω  στό  χωριό , καί  χαλαγε  ο  κόσμος .

             Περνάει  ο  ...στρατός  Τά  καρότσια  ητανε  πολύ  ωραία , αλλά  γιά  αυτόν  πού  ητανε  καβάλα , γιατί  ο  αλλος  εσπρωχνε . Σημαντικότερος  λόχος,  ητανε  ο  απάνου  λόχος , πού  ειχε  τό  στρατηγείο  του ,στά  Καμπανέϊκα  , στήν  ελιά  τού  Καμπανού .Περιελάμβανε  τά  παιδιά  από  τά Μεσιανέϊκα , τόν  Αγιο-Λιά  καί  γύρω-γύρω . Αλλος  επίσης  δυνατός  λόχος , ητανε  ο  κάτου  λόχος .Μάζευε  τά παιδιά  τής  αγοράς κυρίως , καί  μέχρι  Τομπρέϊκα  καί  Αγιάννη . Στρατηγείο  του , ειχε  τήν  κεντρική  πλατεία  καί  τήν  αυλή  τού  Σχολείου .Μικρότερης  σημασίας  αλλά  αρκετός  σέ  δύναμη , ητανε  ο  λόχος  τών  Κονιαρέϊκων , μέ  εδρα  τά  Ντρουλιέϊκα , καθώς  καί  ο  λόχος  ο  Μπαρμπαλιέϊκος  μέ  εδρα  τήν  Λιτρίβα .  Τά  παιδιά  ειχανε  πιστέψει , οτι  υπήρχανε  διαφορές  μεταξύ  τους , βλεπόσαντε  σάν  οχτροί , γιατί  αλλοιώς  πώς  θά  κάνανε  πόλεμο  χωρίς  οχτρούς .  Ετσι  λοιπόν , οταν  συναντιόσαντε   αντήλασαν ...πυρά !! Ο  πετροπόλεμος  εδινε  καί  επαιρνε   !  Κεφάλια  ανοιγμένα , τζάμια  - οσα  ειχανε - γλυτώσει  σπασμένα , κεραμίδια  θρύψαλα .  Οι  μεγάλες  μάχες  , εγίνοντο  μεταξύ  τού  απάνου , καί  τού  κάτου  λόχου . Στό  καλύβι  τού    Αναγνωστόπουλου  ( σημερινό  Κοινοτικό  γραφείο ) ο  κάτου  λόχος , στήν  ελιά  τού  Καμπανού  ο  απάνου  λόχος . Ο  πετροπόλεμος  στίς  δόξες  του , τά  κεφάλια  γεμάτα ...κουτσιούμπες , οσα  δέν  ητανε  ματωμένα  καί  νά  τρέχουνε  αιματα . Γινότανε  τού ...Σεράγεβο .  Αλλά  δέν  ητανε  μόνο  τά  σπασμένα  κεφάλια  από  τόν  πετροπόλεμο .Τέτοια  πού  ητανε , καλά  νά  πάθουνε !! Σπασμένα  ητανε  τά  τζάμια  , καί  τά  κεραμίδια  τών  σπιτιών τής ...πολεμικής  ζώνης .  Τήν  μεγάλη  τήν  μπόρα  τήν  πλήρωνε  κάθε  φορά,  τό σπίτι  τής  θειά-Θεονιάς  τής  Ρουμελιώτισας (+),  πού τό  σπίτι  της  ητανε  στήν  ζώνη  τού ...πυρός .Ευγενε   η  μακαρίτισα , σκούζοντας  καί  λυνοδένοντας  τήν  μαύρη  της  τσεμπέρα , καί  εμπαινε  στήν  μέση  της  μάχης . Πότε  παρακάλαγε  , πότε   εβριζε , καί  τίς πιό  πολλές  αχούγιαζε  καί  καταριότανε . Καί  μέ  τό  δίκηο  της . Αλλά  ποιός  τήν  ακουγε , αφού  ειχε  ανάψει  γιά  καλά  ο  πετροπόλεμος .
            Κάπου-κάπου , καί  παρελάσεις  εκάνανε  οι  λόχοι  μέ  ολες τους  τίς  δυνάμεις  , καί  τόν  οπλισμό  τους , στίς   αλλες  γειτονιές  , γιά  επίδειξη  δύναμης , .οπως  ο  απάνου  λόχος  στά  καταλώνια , οπου  συναντούσε  μικρή  αντίδραση  από  τήν  Λιτρίβα.  Ο  Κονιαρέϊκος  λόχος  μέχρι  τής  μουριές τού  Αγιάννη , καί  ο  Μεσιανέϊκος στό  αλώνι  τού  Γυφτομήτσιου ,Από  τούς αρχηγούς , πού  θυμάμαι ,ητανε , γιά  τόν  λόχο  τής  Λιτρίβας ο  Γιάννης  Κόνιαρης ( Μπακούρας ),  γιά  τόν  λόχο  τών  Κονιαρέϊκων ο  Γιώργης ο  Μπαρμπαλιάς ( Αραπογιώργης ) , γιά  τόν  κάτου  λόχο  ο  Ηλίας  Β. Ταλούμης , καί  γιά  τόν  λόχο  τών  Μεσιανέϊκων  ο  Γιώργης  Η.  Ανδριανός  καί ο  Ντίνος  Γεωρ.  Γεωργαντά ( τού  μπάρμπα- Γιώργη  τού  χοντρού )  ο  οποίος  ειχε  μερατρέψει   τό  κατώϊ τού  σπιτιού  του , σέ  αποθήκη  οπου  εφυλάσοντο  τά  οπλα  τού  λόχου , καί  ας  εσκουζε  η  μάνα  του  η  θειά-Γιώργενα . 
             Αυτά  τά  απίστευτα  γινόσαντε  στό  χωριό  μας  , μέχρι  πού  τά  πράγματα  αλλάξανε , τά  μυαλά  επήξανε. Οι  λόχοι  διαλυθήκανε  καί  εμειναν  στήν  ιστορία  τού  χωριού γιά  νά  θυμόμαστε καί  νά  λέμε . Τούτο  μου  τό  γράψιμο , θά  ξυπνήσει  πολλές  αναμνήσεις  πού  θέλουνε  πολλές  σελίδες  γιά  νά  γραφτούνε .Τίς  θυμούνται  ομως  οσοι  τίς  εζησαν , καί πού  ,   ετούτο  μου  τό  ερέθισμα ,θά  τό  διαβάσουνε  πότε  γελώντας , καί  πότε  κλαίγοντας !!  Ειμαι  σίγουρος  γιά  αυτό   !!!!! 
                                                     
                                                                                                          ΛΕΩΝΙΔΑΣ   ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ
   (  πρωτοδημοσιεύτηκε  στήν  εφημερίδα  ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ τόν  Νοέμβριο  τού 1992 )
            

   ========================================================================


                                                                                                        =

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου