Λεων. Ανδριανός : ΤΗΡΑ, ΜΗΝ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΑΧΑΪΡΕΥΤΟ !!

-Τήν αντάμωσα ενα δείλι στό χωριό. Ακουμπισμένη σιμά ατήν οξώπορτα τής χαμοκέλας της. Καθότανε σέ μιά ριζιμιά κοτρώνα, καί από τήν μαύρη τσεμπέρα της, μιά κάτασπρη λοϊδα περίσευε καθώς μέ τίς παλάμες της, ειχε  χουφτιάσει τά γόνατά της, καί τό μακρύ μαυρο-φαρδοφούστανό της, σουρνότανε κατάχαμα, καί τό αετίσιο μάτι της, αγνάντευε σιαπέρα στό ξάγναντο, σάν κάτι νά καρτέρηγε !
- Τήν χαιρέτησα, μέ χαιρέτησε !
- Μπάκε ειδες σιαπάνου, εκείνο τό δικό μου ;; μέ ρώτησε καρφώνοντάς με, μέ  τά κατάμαυρα βουρκωμένα μάτια της. Κρεμάστηκε από τά χείλη μου, επιασε μέ  τό ζερβί της χέρι τό αυτί της, γιά νά ακούει καλύτερα. Καρτέρηγε, νά τίς ειπώ, πώς ναί τόν ειδα !  Μά δέν μού πέρασε από τό μυαλό, νά τίς ειπώ ενα ψέμα, νά τίς δώσω λίγο κουράγιο, λίγη ελπίδα,  νά γλυκάνω λίγο τόν πόνο της!
- Οχι γιαγιά, δέν τόν ειδα, τίς αποκρίθηκα !
- Κατάπιε τό σάλιο της, ενας  βόγγος τίς ξέφυγε,, καί...πάει εχάθει εδαύτος ο Πανελής μου, τό μονάκριβό μου, μουρμούρισε, μέ κατεβασμένο τό κεφάλι!
- Μέ ξέχασε, ποίος τόνε ξέρει σιαπάνου πού γυρίζει, τί νά γένεται ! Ουλα τά παιδιά πάνε κι'ερχουντε, κι' ο δικός μου, χάθηκε!
- Τήρα μήν τόν ειδείς παιδάκι μου, πέστου νά μού γράψει  κανα δυό αράδες, δέν θέλω πολλές, μόνο δυό αράδες καί ενα δάκρυ καυτό ρεντζέλισε  στά μάγουλά της.
- Ας μού γράψει, μάνα ειμαι καλά, μήν στενοχωριέσαι μπίτι, καί ταχειά θάρθω στό χωριό!
- Προσπάθησα νά διορθώσω τήν γκάφα μου, νά δικαιολογήσω τόν χαμένο Παντελή, γιά νά γλυκάνω τό πόνο τής ερμης τής μάνας. Τίς ειπα πώς η Αθήνα  ειναι μεγάλη, πώς τάχα μου, ο κόσμος εχει πολλές δουλειές, καί δέν  τού μένει καιρός νά νοιαστεί !
- Μά νά μού στείλει ενα χαμπέρι; νά γράψει δυό αράδες ; Σάματις ξέρω νά τίς διαβάσω ; Σ'ενα γραμματιζούμενο θά πά νά μού τίς διαβάσει!
- Μέ...καλίγωσε η γιαγιά μέ τήν λογική της! Ντράπηκα γιά τό φέρσιμό μου, καί αφήνοντάς την  στήν πίκρα της, γράφω τά παρακάτω γιά τόν γυιόκα της τόν Παντελή ! Πού ξέρεις, μπορεί νά  διαβάσει ετούτες τίς αράδες, νά φιλοτιμηθεί, νά γράψει ενα γράμμα στήν ξεχασμένη μάννα του! Νά θυμηθεί οτι δέν ...φύτρωσε στόν κήπο, αλλά εκείνη τόν ανάστησε καί τόν εκανε αντρα, ξενοδουλεύοντας οταν εχήρεψε !
- Αλλά καί γιά εσένα τό γράφω πατριώτη! Τήρα μήν δείς τόν αχαϊρευτο, τής θειά-Παναγιώτενας, πές του νά γράψει δυό αράδες, οσο ειναι ζωντανή καί καρτερεί!
- Νά τίς βάλει σέ ενα φάκελο νά τίς ταχυδρομήσει, καί εκείνες θά βρούνε τό δρόμο τους νά φτάσουνε στήν πικραμένη τήν μάνα του!
- Καί εκείνη, σάν τίς λάβει, θά πετάξει από τήν χαρά της. Θά φιλήσει, καί θά ματαφιλήσει τό γράμμα, θά τό κάνει μούσκεμα από τά δάκρυά της, θά φιλέψει τόν ταχυδρόμο μία χούφτα καρύδια από την κασέλα της, καί στερνά παραπατώντας, θά τρέξει στόν γραμματιζούμενο, νά τίς  διαβάσει τίς αράδες !
- Αλλά καί εσύ ρέ γραμματιζούμενε, πού ξέρεις τόν καημό της, βάλε καί...λίγη σάλτσα στά γραφούμενα!
- Διάβασε τάχα μου, πώς ο αχαϊρευτος ειναι καλά, πώς ειναι παντρεμένος, πώς εχει παιδιά, πώς εχει κούρσα,  πώς, πώς, πώς!
-Αλλά πρόσεξε, μήν διαβάσεις οτι θά τίς στείλει καί μονέδα, γιατί η πικραμένη Παναγιώτενα, μού τό ξέκοψε! Δέν θέλει δεκάρα τσακιστή, καί ας μήν εχει βραδυάς αλάτι . Παρά τήν φτώχεια της,  διατηρεί τήν περηφάνεια της !
- Καί αφού ακούσει καί ματακούσει, τό γράμμα, θά τό χώσει στόν κόρφο της, από εκεί πού βύζαξε τόν αχαϊρευτο,  καί στερνά θά τό φυλάξει πού αλλού ;;  Στό κονοστάσι !
- Γράψε δυό λόγια ρέ Παντελή, σέ αυτή τήν ερμη τήν μάνα σου, δός της λίγη χαρά πού τίς χρωστάς, αλλά κάνε το τώρα πού ειναι ζωντανή !
-Καί αν Παντελή μου, σου ειναι δύσκολο, καί αν δέν κατάφερα νά λυώσω τόν πάγο τής ψυχής σου,  κάνε πάλι μιά προσπάθεια ρέ αχαϊρευτε !   Γιατί αν δέν τό κάνεις, η ερμη η μάνα σου, θά σέ ονειρευτεί στόν υπνο της, πού εγινε ταραγμένος από τόν καιρό πού χάθηκες, καί θά  ακούει νά τίς λές !
-- Μάνααα, ουλα καλά, μήν στενοχωριέσαι καθόλου! Ταχειά θά ρθώ στό χωριό!
- Καί θά ονειρευτεί νά τίς χαμογελάς, νά τίς χαμογελάς, νά τίς χαμογελάς, ισιαμε νά την πάρει ο υπνος, ισως ο τελευταίος  ρέ αχαϊρευτε!!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ  Η.  ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ




















Σχόλια

Flag Counter